Porta photo©by Pierre Couteau for DC

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Αγλαΐα Ζώτου―Εξόριστη, εισαγγελεύς, υφυπουργός, καθαρίστρια, άπορη στον Πειραιά

RIP
1926-2015

Αντάρτισσα στα 15 της, στέλεχος του Κομουνιστικού Κόμματος Αλβανίας και σταλινική εισαγγελεύς ήταν η Αγλαΐα Ζώτου που με γνωριμίες και προνόμια ανήκε στην άρχουσα τάξη τς πατρίδας της με λιμουζίνες, οδηγούς και πολυτέλειες. Τα δυό πρώτα μέρη της ζωής της ήταν αυτά. Επανάσταση, Νομικά και όραμα για ένα πιο δίκαιο κόσμο.

     Αυτό το όραμα όμως, δεν την άφησε να απολαύσει όσα κατέκτησε με τη μελέτη και την κομματική πίστη. Επαναστάτησε ξανά κι άρχισε ο Γολγοθάς που τέλειωσε σήμερα στο Γηροκομείο του Πειραιά στην Ελλάδα. Την πολιτική διαφωνία την πλήρωσε σκληρά και μετά από μακρύ άγριο ταξίδι πάμφτωχη και κυνηγημένη σήμερα κατέληξε (όπως λένε οι γιατροί) στο Γηροκομείο του Πειραιά

Σας παρουσιάζω την ιστορία της ζωής της από άρθρα στο Διαδίκτυο. Για περισσότερα υπάρχει μια παλιότερη συνέντευξή της στην Καθημερινή αλλά και η αυτοβιογραφία της [«Κυνηγώντας το απραγματοποίητο όνειρο―Προς τον ήλιο και την άνοιξη που υπήρχαν μόνο στην καρδιά και τα όνειρά μας», Εκδόσεις Οδυσσέας, 1994].

ΚΥΡΙΑΚΉ, 18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ 2007

ΑΓΛΑΪΑ ΖΩΤΟΥ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΡΙΑΣ

Στο Κ της Καθημερινής της Κυριακής δημοσιεύθηκε συνέντευξη της Αγλαΐας Ζώτου. Η Αγλαΐα Ζώτου, ελληνίδα γεννημένη στην Χειμάρα της Αλβανίας το 1926, υπήρξε από την εφηβική της ηλικία στέλεχος του Κομουνιστικού Κόμματος της Αλβανίας, ενώ η οικογένεια της και ο πατέρας της υπήρξαν προσωπικοί φίλοι του ηγέτη του ΚΚΑ Εμβέρ Χότζα. 
Η κυρία Ζώτου αναφέρει ότι από πολύ μικρή ήταν επαναστάτρια, μάλιστα όπως επισημαίνει έδωσε εξετάσεις και πέρασε στο βασιλικό κολλέγιο με υποτροφία, όντας το μοναδικό κορίτσι που κατάφερνε κάτι τέτοιο. Σε ηλικία 15 ετών βγήκε αντάρτισσα στο βουνό μαζί με το πατέρα της ακολουθώντας το προσκλητήριο του Χότζα. Στην συνέχεια σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας σε μία περίοδο που όπως λέει η ίδια ήταν “ρομαντική εποχή που όλοι ξεκινούσαν με αγνά καλοπροαίρετα αισθήματα, πιστοί στα διακηρυγμένα ιδανικά, την εποχή που η εξουσία δεν είχε παίξει ακόμα τον καταστροφικό της ρόλο”. Εκεί και χάρη στον θείο της Βασίλ Κονόμη που ήταν πρέσβης της Αλβανίας γνώρισε πολλούς ανώτατους αξιωματούχους ανάμεσα στους οποίους και τον Γενικό Γραμματέα της 3ης Σοσιαλιστικής Διεθνούς και τότε πρωθυπουργό της Βουλγαρίας Γκεόργκι Ντιμιτρώφ.
 Έπειτα και αφού πέρασε για λίγο από την Γαλλία όπου εξειδικεύτηκε στην εγκληματολογία επέστεψε το 1952 στην Αλβανία όπου ο Χότζα την τοποθέτησε αρχικά Γενική Διευθύντρια του Νομικού Τομέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ένα χρόνο αργότερα εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το 1958 και για λόγους υγείας της μητέρας της βρέθηκε στην Βουλγαρία, όπου διορίζεται Εισαγγελέας Εφετών, ξανασυναντώντας τον έρωτα των φοιτητικών της χρόνων Ντιμίτρι Ζντράβτσεφ, τον οποίο και παντρεύεται τον ίδιο χρόνο και αφού ο Ζντράβτσεφ την ζήτησε από τον ίδιο τον…. Χότζα. Παρότι ήταν ανώτατος στέλεχος του κομμουνιστικού κόμματος άρχισε να βλέπει τον σταδιακό εκφυλισμό του σοσιαλιστικού οράματος και δεν άργησε να έρθει σε σύγκρουση με την ανώτατη ηγεσία του κόμματος καταγγέλλοντας όλες τις αντιδημοκρατικές τακτικές που έπεφταν στην αντίληψη της. Την αντίδραση της αυτή την πλήρωσε βαριά. Βασανίστηκε, από το ίδιο το κόμμα το οποίο υπηρέτησε όλα αυτά τα χρόνια, ενώ εξαναγκάστηκε από τον Χότζα να διαλύσει και τον γάμο της, με τον εκβιασμό ότι θα έστελνε την οικογένεια της εξορία. Μετά από αρκετά δύσκολα χρόνια, είναι και πάλι ελεύθερη το 1968 στο Παρίσι όπου και συναναστρέφεται με μεγάλους των Γραμμάτων και των Τεχνών. Μίκης Θεοδωράκης, Μελίνα Μερκούρη, Φρανσουά Μιτεράν, Υβ Μοντάν και Σιμόν Σινιορέ αποτελούν μέρος του κύκλου της. Στην Γαλλία και το Παρίσι, όπου και έγινε μέλος της Παγκόσμιας Ένωσης Διανοουμένων και της Ένωσης Γάλλων Ποιητών, έμεινε μέχρι το 1979 και στην συνέχεια γύρισε στην Αλβανία, όπου δύο εβδομάδες μετά την άφιξη της υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τα Τίρανα και να μετεγκατασταθεί στην μικρή αγροτική πόλη Λούζνια με προσωπική εντολή του προέδρου Χότζα. 
Η Αλβανία στην οποία επέστρεψε μετά από είκοσι περίπου χρόνια ήταν μία κοινωνία “σε τέτοιο σημείο εσωτερικής φθοράς και αποσύνθεσης, που οι άνθρωποι είχαν χάσει παντελώς την εμπιστοσύνη τους στους συνανθρώπους, ακόμα και στους συγχωριανούς, συγγενείς και φίλους. Γενική ανασφάλεια και καχυποψία, αλληλοπαρακολούθηση και επισημοποιημένος χαφιεδισμός, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Δύο στους δέκα ήταν όργανα της ασφάλειας. Το καθεστώς, ενώ είχε κατρακυλήσει σ’ αυτό τον ηθικό εξευτελισμό, υποστήριζε ότι διαμόρφωνε τον σωστό και τίμιο άνθρωπο, την καλύτερη κοινωνία!”
 Το 1991 και μετά την πτώση του “σοσιαλιστικού ονείρου” καταφέρνει και βγάζει τα χαρτιά της για να έλθει στην Ελλάδα. Στην αρχή φιλοξενείται από κάποιος συγγενείς και έναν διαπρεπή έλληνα νομικό και στην συνέχεια με ενέργειες του μακαριστού αρχιεπίσκοπου Σεραφείμ σε ίδρυμα της εκκλησίας στην Αγία Παρασκευή. Από εκεί την έδιωξε η διευθύντρια του ιδρύματος για να καταλήξει με ενέργειες του Αντιδημάρχου Αθηναίων κυρίου Σκιαδά σε ξενώνα απόρων στην πλατεία Βάθης.
Αυτή είναι η ιστορία της Αγλαΐας Ζώτου. Η ιστορία μίας γυναίκας που πίστεψε σε κάποια ιδανικά, βοήθησε με όλη της την ενέργεια να επικρατήσουν αλλά όταν είδε ότι οι ελπίδες που είχε για ένα καλύτερο αύριο αποδείχθηκαν φρούδες δεν δίστασε να έλθει σε σύγκρουση με τους παλιούς της συντρόφους και να πληρώσει πολύ ακριβά αυτή της την επιλογή. Αλήθεια πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος μας αν είχαμε πολλούς και πολλές σαν την Αγλαΐα Ζώτου.

του Αλέξανδρου Κυριακόπουλου
..... 
...Σήμερα, από τον ξενώνα, τα χείλια της χαμογελούν παρ' όλο που, όπως μας λέει, «δεν ήξερα ότι πονάει τόσο η μοναξιά. Ανοίγω την πόρτα, βγάζω λίγο το κεφάλι, σαν χελώνα, να ακούσω έστω βήματα, κάποιες φωνές, να δω έναν ίσκιο».
Η άλλοτε αντάρτισσα στα βουνά της Βορείου Ηπείρου μάς λέει τώρα πως «πιο εύκολα πολεμάς τους φασίστες από ό,τι τη μοναξιά». Οταν συστήνεται η 84χρονη αυτή γυναίκα λέει: «Αγλαΐα Ζώτου από τη Χείμαρρα. Χαίρω πολύ».

Με τον Χότζα
Δεκαπέντε χρονώ η Αγλαΐα Ζώτου με ένα ιταλικό τουφέκι τύπου «Φουτσίλε», «μια πιθαμή μεγαλύτερο από το μπόι μου», πολεμάει αντάρτισσα στα βουνά. «Φοβόμουν αλλά το έκρυβα. Δεν ήθελα να δει ο πατέρας μου ότι φοβάμαι». Γίνεται επίσης η πρώτη κοπέλα που μπαίνει με εξετάσεις και υποτροφία στο Βασιλικό Κολέγιο ενώ ταυτόχρονα γίνεται μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ενεργό στέλεχος της Κομμουνιστικής Νεολαίας Αλβανίας. «Οι σύντροφοι συμπολεμιστές μου με φώναζαν αηδόνι του Νότου». Από μικρή είχε την Ελλάδα στην καρδιά της και μάθαινε τη γλώσσα.

Ο πόλεμος τελειώνει και στο τιμόνι της Αλβανίας βρίσκεται ο Ενβέρ Χότζα. Ο πατέρας της Αγλαΐας Ζώτου, «φιλοξενούμενος» και στο Νταχάου, είναι στενός φίλος του Χότζα. «Ο Χότζα με λάτρευε και τότε όλοι ακόμα τον λατρεύαμε». Με έξοδα της αλβανικής κυβέρνησης η Αγλαΐα Ζώτου πηγαίνει για σπουδές στη Γιουγκοσλαβία. Εκεί σπουδάζει Νομικές, Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες. Ο Ψυχρός Πόλεμος όμως ήταν στα φόρτε του. Το Κρεμλίνο απαιτούσε υποταγή από τους δορυφόρους του και με τον Τίτο να τους λέει «δεν είμαστε πιόνια σε σκακιέρα» η Μόσχα αποκλείει τη Γιουγκοσλαβία από το Κόμινφορμ καλώντας τις άλλες κομμουνιστικές χώρες να απομονώσουν τον Τίτο.
Το ίδιο πράττει και η Αλβανία αφήνοντας όμως εκεί φοιτητές να κάνουν προπαγάνδα. «Μέναμε στο στόμα του λύκου. Μιλούσαμε στον κόσμο. Τους λέγαμε ότι ο Τίτο είναι προδότης». Η «UDBA», μυστική αστυνομία της Γιουγκοσλαβίας, δεν αργεί να την ανακαλύψει. Τη συλλαμβάνουν με το νυχτικό και παραμένει έγκλειστη για δύο μήνες στο κελί 407, τέσσερα πατώματα κάτω από τη γη. «Από τα άλλα κελιά που ήσαν λίγο μεγαλύτερα από ντουλάπα άκουγα ανθρώπους που ούρλιαζαν, έκλαιγαν και τραγούδαγαν».

Αποφυλακίζεται και επιστρέφει στην Αλβανία. Ο Χότζα της ζητάει συγγνώμη για όσα πέρασε και τη στέλνει στη Βουλγαρία να συνεχίσει τις σπουδές της. Συνεχίζει τις σπουδές της στη Γαλλία και επιστρέφει στην Αλβανία το 1952.
Ο Χότζα αρχικά την τοποθετεί γενική διευθύντρια του Νομικού Τομέα του υπουργείου Δικαιοσύνης και ένα χρόνο αργότερα τοποθετείται εισαγγελέας στον Αρειο Πάγο με καθήκοντα ανακρίτριας. Θα επιστρέψει όμως στη Βουλγαρία το 1958, συνοδεύοντας την άρρωστη μητέρα της.

Συναντάει τυχαία το φοιτητικό της έρωτα. Είναι ο Ντιμίτρι Ζντράβτσεφ, που είναι ανώτατος δικαστικός. Ο Ζντράβτσεφ ταξιδεύει στην Αλβανία και ζητάει συνάντηση με τον Χότζα. Πριν τελειώσουν με τα τυπικά τον ρωτάει ο Χότζα: «Ηρθες εδώ για την ομορφιά της Αλβανίας ή για την ομορφιά της Αγλαΐας;». Παντρεύοντας διπλωματία με έρωτα του απαντάει: «Και για τις δύο». Λίγο αργότερα παντρεύονται. Διορίζεται υφυπουργός Δικαιοσύνης στη Βουλγαρία αλλά αρχίζει μέσα της ένας κλυδωνισμός. Καταγγέλλει ανοιχτά τον ολοκληρωτισμό και όλες τις βάναυσες και παράνομες πρακτικές που υποπίπτουν στην αντίληψή της. «Δεν εναντιώθηκα στην ιδεολογία μου, εναντιώθηκα στον τρόπο εφαρμογής της». Κάποια στιγμή τη φώναξαν για να της... φωνάξουν. «Γίναμε χειρότεροι από τους φασίστες», τους είπε, «φτάσαμε να δικάζουμε τη σκέψη». Της λένε «ή παραιτείσαι ή σε παύουμε».

Την ίδια εποχή ο Χότζα κοίταζε προς την Κίνα του Μάο προκαλώντας τριγμούς στις σχέσεις του με τη Βουλγαρία. Είχε φτάσει μάλιστα σε σημείο να απειλεί την Αγλαΐα Ζώτου πως «εάν δεν χωρίσει με τον Ζντράβτσεφ θα στείλει την οικογένειά της στην εξορία».
Μόλις μία μέρα μετά το «παραιτείσαι ή σε παύουμε» τις έριξαν υπνωτικό χάπι και «πότε με φέρανε, πώς με φέρανε, κατέληξα στο τρελοκομείο της Σόφιας. Ερχονταν δύο μεγαλόσωμες Βουλγάρες και μου έδεναν τα χέρια. Με έδερναν, με τσιμπούσαν, μου ξερίζωναν τα μαλλιά, μου έκαναν ηλεκτροσόκ. Κάποια στιγμή άρχισαν να δοκιμάζουν πάνω μου νέα ψυχοφάρμακα. Ηταν φορές που υπό την επήρεια των ψυχοφαρμάκων με παρουσίαζαν σε ιατρικά συνέδρια και φοιτητές».


Ο οικογενειακός της φίλος και ψυχίατρος Ουζούνοφ καταφέρνει να την αποφυλακίσει και να τη στείλει στο Παρίσι. Γνωρίζεται με όλες εκείνες τις εξέχουσες προσωπικότητες, γράφει βιβλία, ποιήματα, δίνει συνεντεύξεις, γίνεται μέλος της Παγκόσμιας Ενωσης Διανοουμένων και της Ενωσης Γάλλων Ποιητών. Ο γαλλικός Τύπος γράφει για μια «αετίνα που έμεινε πιστή στα ιδανικά της». Μένει στη Γαλλία μέχρι το 1979 και γυρίζει πίσω στην Αλβανία μόνο για να την υποδεχτεί προσωπική εντολή του Χότζα, που διατάζει να πάει σε μια μικρή αγροτική πόλη δίνοντας αναφορά στο αστυνομικό τμήμα τρεις φορές την ημέρα. «Η πρωινή αναφορά ήταν πολύ νωρίς και η βραδινή πολύ αργά. Επίτηδες μου έλεγαν, για να ξυπνάω νωρίς και να κοιμάμαι αργά. Σε διάστημα πενταετίας παρουσιάστηκα 10.998 φορές». Το 1991 καταφέρνει μέσω Βουλγαρίας να βγάλει χαρτιά για να έρθει στην Ελλάδα.

Της παραχωρεί η Αρχιεπισκοπή μια στέγη στη Στέγη Γερόντων της Αγίας Παρασκευής. Για κάποιο διάστημα περπατάει καθημερινά από την Αγ. Παρασκευή έως την Αθήνα για να καθαρίσει σκάλες ως παραδουλεύτρα. «Κράταγα τα λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής που θα ήμουν κουρασμένη».

Φεύγει από εκεί όταν βρίσκεται μια οικογένεια Αλβανών που τη φιλοξενεί. Την ξεγέλασαν, την έκλεψαν και την πέταξαν στο δρόμο. Με ενέργειες του τότε αντιδημάρχου Σκιαδά, και στη συνέχεια του αείμνηστου Ευάγγελου Γιαννόπουλου, βρέθηκε στον ξενώνα απόρων του Δήμου Αθηναίων. «Ο Γιαννόπουλος μου έλεγε πως είμαστε τρεις φορές συνάδελφοι. Ως αντιστασιακοί, ως νομικοί, ως συγγραφείς».

Σήμερα, παρακολουθεί την επικαιρότητα και αναρωτιέται «τι σόι κυβέρνηση είναι αυτή που σβήνει τα δικαιώματα που κέρδισαν οι εργατικές τάξεις με αιώνες αγώνων. Είναι η σύνταξη για 60 χρόνων την κάνει 65, είναι για 700 ευρώ τα κάνει. Ο κομμουνισμός ωστόσο δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά. Υπήρξαν άτομα που τον υποστήριξαν γιατί η εξουσία είναι ένα τέρας. Οποιος την παίρνει γίνεται κάτι άλλο».

«Ζω εδώ σαν το ποντίκι σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο με παρέα την τηλεόραση. Δεν βγαίνω καθόλου, επισκέψεις έχω σπάνια. Αναπνέω αλλά δεν νιώθω που ζω. Είναι το ηλιοβασίλεμα της ζωής μου, δεν φοβάμαι το θάνατο αλλά λυπάμαι που τελειώνει η ζωή. Λυπάμαι που αυτά τα τελευταία χρόνια του ηλιοβασιλέματος πρέπει να τα περάσω τόσο δυστυχισμένα, τόσο φτωχά, τόσο άσχημα».

- Θα ανταλλάζατε όμως τη ζωή που ζήσατε με κάποια συντροφιά στα χρόνια του ηλιοβασιλέματός σας;

Η ηλικιωμένη αντάρτισσα απάντησε: «Οχι... Και η ιστορία τελειώνει Εδώ». Το φαγητό της μέρας στον ξενώνα ήταν κρύες φακές. Αποχαιρετιστήκαμε, μου έδωσε καραμέλες «για το δρόμο» και με το μπαστούνι της με συνόδευσε ως το ασανσέρ.
Αγλαΐα Ζώτου από τη Χείμαρρα. Χαίρω Πολύ.

______________________________________________________________
Το νέο του θανάτου της Αγλαϊας Ζώτου το έλαβα πριν λίγες ώρες από την παλιά μου φίλη Βάσω Αλεξίου:
Την βρηκα σχεδόν στο δρόμο και την υιοθέτησαμε με έναν φίλο τον Ιακωβο Μισχαλη (που ήταν στην Ρατκα, τον ξερεις).Ήταν προσωπική φίλη του Μιτεράν Ζούσε στην Γαλλία πολυ καιρο και στα σύννεφα.
Περιμενω σπίτι ωρα με την ωρα να με πάρει να παμε για την κηδεία.

Και αφού την πληροφόρησα ότι θα γράψω εδώ για την Αγλαΐα Ζώτου:

Ο,τι νομίζεις
Αν και πρέπει να τονιστεί η φιλοξενία του Γηροκομείου Πειραια Ήταν άπορη, ξεχασμένη και προδομένη όπως καταλαβαίνεις ιδεολογικά
Και οταν λεμε γηροκομείο Πειραια εννοούμε 5 αστέρων ξενοδοχειο Εχει 1500 ευρω το μηνα να πας
Και με δικές μου γνωριμίες την δέχτηκαν
Με αγαπη και ήταν τουλάχιστον τα τελευταία της χρονια προστατευμένα
Τελικά αυριο η κηδεία
__________________________________

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου