Porta photo©by Pierre Couteau for DC

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Όφις ο IV νεκρός πάνω στην πρώτη νιότη― Τι έχουν τα λαφιτάκια μου;




 Όφις ο 4ος, νεκρός στη μικρή αυλή ένα μέτρο από εκεί που βρήκα πριν από μια εβδομάδα νεκρό το αδελφάκι του, Όφι του Ραμαζανιού και 3ο στη σειρά των φιδιών του 2016.

Τα άλλα δυο εμφανίστηκαν ακμαία και ζωντανά στην άλλη πλευρά του σπιτιού, πάλι όμως περίεργα κοντά σε πέρασμα ανθρώπινο.

Ο σκύλος βρήκε τη φωλιά. Κάτω από μια στοίβα ξερά κλαδιά του χειμώνα γεννήθηκαν, κι είχαμε πολλά ενθουσιώδη γαυγίσματα και σκαψίματα και κυνήγια  με τρεχάλες ώσπου έκαψα τα κλαδιά και τα φιδάκια σκόρπισαν. Για εκείνα όμως μια θεωρία λέει ότι ήταν οχιές ενώ τούτα είναι λαφιτάκια, σπιτόφιδα αθώα και προστάτες μας.

Τι τα σκοτώνει όμως; Πεθαίνουν αγρατζούνιστα, δίχως καμιά ουλή ή αμυχή και, ασυνήθιστο επίσης, τα βρίσκωσε στάση φυσική σαν να τα βρήκε ο θάνατος εν κινήσει κι εν ηρεμία  κι όχι αναποδογυρισμένα (belly up) όπως βρίσκουμε τα νεκρά θηράματα.

Τα φίδια, όπως οι ελέφαντες δε σταματούν να αναπτύσσονται, δηλαδή ψηλώνουν όσο γερνούν γι αυτό κι από το μέγεθος καταλαβαίνουμε την ηλικία. Τούτα τα φετεινά μου είναι στην εφηβία, πιτσιρίκια που ακόμα δεν έκαναν ούτε ένα κύκλο από το μακρύ σπιράλ της ζωής. 

Τι έπαθαν τα λαφιτάκια μας; Γιατί τα παίρνει ο Χάρος στην πρώτη τους νιότη; 
Αν έχετε κάποια ιδέα, παρακαλώ πείτε μου.


Ακολουθούν- κατά τη συνήθεια του blog- ολίγα ενημερωτικά για τα φίδια του Αιγαίου, σύνδεσμος προς παλιότερη ανάρτησή μου για λαφίτες και δυό φωτογραφίες: ο νεκρός Όφις του Ραμαζανιού κι ένας ολοζώντανος υπερήλιξ λαφίτης  που πριν λίγα χρόνια ερχόταν κάθε βράδυ για νερό και μια Πανσέληνο δεν ξέρω τι τον έπιασε κι έψαχνε με μανία να μπει στο σπίτι σα να ήξερε από πού ανοίγει η τρίφυλλη παραδοσιακή αλε'όπορτα της μυκονιάτικης αρχιτεκτονικής (δυστυχώς είχε μόλις χαλάσει η λάμπα της αυλής μα φαίνεται αρκετά το μέγεθος).







Τα Φίδια του Αιγαίου
George Xydakis Ερπετολόγος δεν είμαι. Τα φίδια όμως της Μυκόνου τα ξέρω. Οι οχιές μας έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά: 1. Η σκουρόχρωμη ταινία της ράχης είναι ΣΥΝΕΧΉΣ, αδιάσπαστη, σαν μαίανδρος ή ζιγκ ζαγκ, 2. Στις πλείστες περιπτώσεις έχει κερατοειδή απόληξη στη μύτη.
Το εικονιζόμενο είναι λαφίτης, λόγω μεγέθους και μορφολογίας των σχηματισμών της ράχης. 
Δείτε εδώ http://www.eyploia.gr/index.php?option=com_content...
του Αχιλλέα Δημητρόπουλου
Ο Αιγαιακός χώρος, και ειδικότερα οι Κυκλάδες, αποτέλεσαν πλούσιο πεδίο µελέτης για τους ερπετολόγους, και η Σύρα φιλοξένησε συχνά ερευνητές που είχαν σαν αντικείµενο τα αµφίβια και τα ερπετά. Η γεωγραφική αποµόνωση των νησιών, που οδήγησε στη δηµιουργία χαρακτηριστικών υποειδών, προσέλκυσε εκείνους τους επιστήµονες που εξειδικεύονταν στη µελέτη των προβληµάτων της Συστηµατικής. Η ερπετοπανίδα των Κυκλάδων είναι πλούσια και ποικίλη, περιλαµβάνει δε χαρακτηριστικά, µοναδικά υποείδη, αποµονωµένα σε ένα ή δύο νησιά, καθώς και δύο είδη µοναδικά στον κόσµο: το Λιακόνι της Σαντορίνης (Chalcides moseri) και το Λαφίτη της Αµοργού (Elaphe rechingeri). 
Ασιατικά είδη από τη Μικρά Ασία έφθασαν στις Κυκλάδες κατά το παρελθόν και σήµερα συναντώνται στη Μύκονο και τη Δήλο (Agama stellio) ή στη Μήλο ακόµα (Vipera lebetina). Αντίθετα, είδη της βαλκανικής πανίδας πέρασαν σ' ένα νησί, αλλ' απουσίαζαν από τα γειτονικά. Έτσι, ο Λαφίτης είναι συνηθισµένο φίδι στη Μύκονο, αλλά δεν έχει βρεθεί στη Σύρα. 
Κλασικές πια, και σχεδόν ξεπερασµένες από το χρόνο, αλλά πάντοτε ενδιαφέρουσες, είναι οι εκτεταµένες δηµοσιεύσεις των Κ. Buchholz, F. Werner και Ο. νοn Wettstein, οι οποίοι αφιέρωσαν µεγάλο µέρος του ερευνητικού έργου τους στις Κυκλάδες σ' αυτές τις εργασίες υπάρχουν επανειληµµένες αναφορές στη Σύρα. Από τους νεότερους ο R. Clark αναφέρει την παρουσία µιας στικτής ποικιλίας της κοινής Οχιάς (Vipera ammodytes), που συνυπάρχει στη Σύρα µε τη συνηθισµένη µορφή µε το ζιγκ-ζαγκ σχήµα στη ράχη. Το φίδι αυτό, που' είναι σχετικά µικρόσωµο, είναι πολύ σπάνιο σήµερα και, όπως ο ίδιος ο R. Clark ανέφερε στον γράφοντα, πιάστηκε πολύ κοντά στην Ερµούπολη. 
Η πιο συστηµατική εργασία που αφορά τα ερπετά και τα αµφίβια της Σύρας, αλλά και των ερηµονησίδων γύρω απ' αυτήν, έγινε το 1980 από δύο διακεκριµένους ερευνητές των ερπετών της Ελλάδας, τον Axel Beutler και τον Emil Frör, και δηµοσιεύθηκε στο Mitteilungen der Zoologischen Gesellschaft Braunau µε τον τίτλο «Die Amphibien und Reptilien der Nordkykladen». 
Οι επιστήµονες επισκέφθηκαν τη Σύρα στις 3-4/10/1974 και στις 27/5-116/1977, σ' αυτές δε τις ηµεροµηνίες έκαναν αναγνωριστικές επισκέψεις στις ερηµονησίδες Δίδυµη (Μεγάλο Γαιδουρονήσι), Μικρό Γαϊδουρονήσι, Ψαθονήσι, Σχινονήσι, Ασπρονήσι και Στρογγυλό. 
Στη Σύρα υπάρχει 1 είδος αµφίβιου και 11 είδη ερπετών: 1 χελώνα, 5 σαύρες και 5 φίδια. 
Κοντά στις κατοικηµένες πεοιοχές, καθώς και στα λιγοστά σηµεία όπου υπάρχουν στέρνες ή πηγές, ο Πρασινόφρυνος - που οι Συριανοί τον ονοµάζουν, λανθασµένα, βάτραχο - είναι το µοναδικό στο νησί είδος αµφιβίου. Συχνά τον βλέπουµε ύστερα από βροχή ή καθώς στέκει παραφυλάγοντας έντοµα εκεί όπου πέφτει κάποιο φως, τις
καλοκαιριάτικες νύχτες. Γεννοβολάει µέσα σε στέρνες και νερόλακκους και συχνά εκτελεί µικρές, οµαδικές µετακινήσεις από και προς τις περιοχές όπου αναπαράγεται. Κατά τη διάρκεια αυτών των µετακινήσεων, πολλοί φρύνοι σκοτώνονται στους δρόµους από τα αυτοκίνητα. 
Στην παλιότερη βιβλιογραφία αναφέρονται επίσης ο κοινός βάτραχος (Rana
ridibunda) και η Ραβδωτή Νεροχελώνα (Mauremys caspica rivulata), είδη που συναντώνται στην Άνδρο, στην Τήνο και στη Μύκονο, αλλά φαίνεται πως έχουν εξαφανιστεί από τη Σύρα. Ίσως η αποξήρανση κάποιου έλους ή άλλου υγρότοπου συνετέλεσε στην εξαφάνισή τους. 
Στη Σύρα υπάρχουν δύο είδη σαµιαµιδιών, ο Κυρτοδάκτυλος (Cyrtodactylus
kotschyi) και το Μολυντήρι (Hemidactylus turcicus, που συχνά συναντάται κοντά ή
και µέσα σε σπίτια. Ο Κυρτοδάκτυλος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον είδος, γιατί έχει
πολύ µεγάλη κατανοµή σ' όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, ακόµα και στα ξερονήσια
που απέχουν πολύ από τις ακτές. Η µορφή του διαφοροποιείται από νησί σε νησί, και
έτσι έχουµε έναν µεγάλο αριθµό από υποείδη που βρίσκονται κατεσπαρµένα στις
Κυκλάδες την Κρήτη και τα γύρω νησι, καθώς και στα νησιά του Αν. Αιγαίου. 
Δύο είδη ηµερόβιων σαυρών υπάρχουν στη Σύρα, η µεγαλόσωµη Lacerta trilineata, που είναι γνωστή µε το όνοµα Κωλοσαύραδος (πλ. Κωλοσαύραδοι) και η αισθητά µικρότερή της Podarcis erhardii, που στις Κυκλάδες τη λένε Σιλιβούτι ή Σιλιβουτάκι, και βρίσκεται σε µεγάλους αριθµούς κοντά στις «σκλερές» (ξερολιθιές), σε παλιά πέτρινα χτίσµατα, καθώς και σε κράσπεδα εξοχικών δρόµων. Είναι κι αυτή, όπως κι ο Κυρτοδάκτυλος, ποικιλόµορφο και πολύ διαδεδοµένο είδος, που αριθµεί πολλά υποείδη στις Κυκλάδες. Τα αρσενικά έχουν σκούρα σχέδια σε καφεπράσινο φόντο, ενώ τα θηλυκά είναι πιο καφετιά και ραβδωτά. Τα άτοµα της Σύρας και των ξερονησιών «Σταπόδια» (κοντά στη Μύκονο) ανήκουν σε µια ενδιάµεση µορφή µεταξύ του υποείδους mykonensis και του υποείδους naxensis. Η Lacerta trilineata της Σύρας ανήκει στο ίδιο υποείδος µε τους πληθυσµούς της Νάξου, ενώ η Podarcis erhardii της Γυάρου ανήκει στο ίδιο υποείδος µε τα άτοµα της Μυκόνου το είδος υπάρχει επίσης στα ξερονήσια γύρω από τη Σύρα (Μικρό και Μεγάλο Γαϊδουρονήσι, Ασπροχώρι, Σχινονήσι, Στρογγυλό).




Για τα φίδια της Σύρας και των γύρω νησιών υπάρχουν παλαιότατες αναφορές,
από τον Erhard µέχρι τον Wettstein, και, στις µέρες µας, τον R. Clark. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται παρουσία 5 ειδών, από τα οποία το πιο γνωστό είναι το Σπιτόφιδο (Elaphe situla), το οποίο οι παλιοί νοικοκυραίοι έφερναν επίτηδες στα κελλάρια τους για να τρώει τα ποντίκια. Το Σπιτόφιδο είναι, σίγουρα, το πιο όµορφο και άκακο φίδι που υπάρχει στην Ευρώπη. Έχει καφεκόκκινες κηλίδες στη ράχη, πλαισιωµένες µε µαύρο περίγραµµα, ενώ το βασικό χρώµα του σώµατος µπορεί να 'ναι ασπρουδερό, κίτρινο, κρεµ ή γκριζοκαφετί. Συναντάται συχνά µέσα σε σπίτια στην πόλη και στην εξοχή, κοντά σε σκλερές, παλιά πέτρινα χτίσµατα, και σε χωράφια. 
Το Νερόφιδο (Natrix natrix), έχοντας προσαρµοστεί στην άγονη φύση της Σύρας,
βρίσκεται, συχνά, µακριά από πηγές νερού και τρέφεται περισσότερο µε σαύρες και
τρωκτικά, παρά µε βατράχους και φρύνους, που αποτελούν τη βασική τροφή του σε 
υγρές περιοχές. Τα άτοµα της Σύρας αποτελούν ενδιάµεση µορφή ανάµεσα στο µαύρο ή κηλιδωτό υποείδος της Μήλου (Ν.n. schweizeri) - που επεκτείνει την κατανοµή του στη Σίφνο, την Πάρο, την Αντίπαρο, το Δεσποτικό και άλλα νησιά των Κ. Κυκλάδων - και στο ευρύτατα διαδεδοµένο, ραβδωτό υποείδος των Βαλκανίων και της Τουρκίας (Ν.n. persa).

Στις πολύ ξερές περιοχές συναντάται ένα περίεργο φίδι που δραστηριοποιείται το
σούρουπο και τη νύχτα, το Αγιόφιδο (Telescopus fallax fallax). Το φίδι αυτό, που
κυνηγάει σαύρες και τρωκτικά παραµονεύοντας σα γάτα, είναι γκριζοκαφετί µε
σκούρες καφέ ή µαύρες κηλίδες στη ράχη και ένα εµφανέστατο σηµάδι, κάπως σαν
σχήµα σταυρού, στο σβέρκο. Είναι πιο συνηθισµένο στις ερηµιές της Απάνω Μεριάς.
Έχει ελαφρό δηλητήριο, αλλά τα δόντια του βρίσκονται στο βάθος του στόµατος, και
δεν µπορούν να χρησιμοποιηθούν όταν το φίδι αυτό δαγκώνει άνθρωπο. Ωστόσο, το
Αγιόφιδο, είναι συνήθως πολύ ήµερο και σχεδόν ποτέ δεν προσπαθεί να δαγκώσει,
ακόµα και όταν το πάρουµε στα χέρια µας, γι' αυτό και κατά τη διάρκεια ενός πανηγυριού στην Κεφαλλονιά οι πιστοί πιάνουν και τυλίγουν στα χέρια και στους ώµους
τους τέτοια φίδια. 
Το µοναδικό επικίνδυνο φίδι στο νησί είναι η κοινή Οχιά (Vipera ammodytes
meridionalis), της οποίας το δάγκωµα είναι οδυνηρό, αλλά σπάνια θανατηφόρο. Τόσο
η τυπική µορφή µε το χαρακτηριστικό γκριζόµαυρο ή καφέ ζιγκ ζαγκ σχέδιο στη
ράχη, όσο και η σπάνια στικτή µορφή που ανακάλυψε ο R. Clark συνυπάρχουν στο
βόρειο τµήµα του νησιού, στην περιοχή του Αετού, και στον Πάγο, όπου ο γράφων
έγινε µάρτυρας ενός δαγκώµατος, σαν αποτέλεσμα του οποίου ο ασθενής χρειάστηκε
να µείνει αρκετές µέρες στο νοσοκοµείο. 
Οι οχιές βρίσκονται σε πετρώδεις και θαμνώδεις περιοχές, αλλά επισκέπτονται
συχνά τα σηµεία όπου υπάρχει νερό, τόσο για να πιουν όσο και για να κυνηγήσουν
πουλιά ή τρωκτικά. Δεν είναι επιθετικές, και πρέπει να τις πατήσεις σχεδόν, για να
δαγκώσουν. Την άνοιξη δραστηριοποιούνται κατά τη διάρκεια της ηµέρας, και όσο
προχωράει το καλοκαίρι, αποκτούν νυκτόβιες συνήθειες. 
Η ερπετοπανίδα της Σύρας έχει πολλές οµοιότητες µ' εκείνη των Κ. Κυκλάδων,
ενώ η ερπετοπανίδα της Άνδρου, της Τήνου και της Μυκόνου αποτελεί ενότητα
ξεχωριστή, µε πολλά κοινά είδη. Οι διαφορές στην πανίδα των αµφιβίων και ερπετών
των Βορείων Κυκλάδων είναι µικρές σε σύγκριση µ' εκείνες των Δυτικών ή Κεντρικών
Κυκλάδων, αλλά υπάρχει µια µεγάλη διαφοροποίηση µεταξύ των ειδών που συναντώνται, συνολικά, στις Κυκλάδες και εκείνων που βρίσκονται στην Εύβοια και στην κυρίως Ελλάδα. Για τα περισσότερα είδη, οι σκλερές (πολλές από τις οποίες έχουν τώρα πια εγκαταλειφθεί) αποτελούν βασικό βιότοπο κι εκεί συναντούµε τους µεγαλύτερους αριθµούς∙ στις θαµνώδεις περιοχές και στα καλλιεργηµένα χωράφια υπάρχουν λιγότερα ερπετά, ενώ µέσα στις πόλεις ζει µόνο το Μολυντήρι. Οι φρύνοι, καθώς και τα είδη που εξαρτώνται άµεσα από το νερό, όπως η σαύρα Lacerta trilineata και το Νερόφιδο, βρίσκονται σε κίνδυνο, και πιθανότατα ορισµένοι πληθυσµοί τους να 'χουν ήδη χαθεί, όταν θα δηµοσιεύεται αυτό το άρθρο. 
(1) Συστηµατική: η επιστήµη που ασχολείται µε την κατάταξη των διαφόρων οργανισµών. Είναι γνωστή και σαν Ταξινοµική. 
από ΕΥΠΛΟΙΑ με πηγή:  Συριανά Γράμματα. τ. 7, 1989

____________________

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου