Porta photo©by Pierre Couteau for DC

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Νικά η τολμούσα ―όσο περνά απ' το χέρι μου (με τις μπουρνέλες κ.α.)


Κάτω στης Μαργαρίτας το αλωνάκι
Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα
Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό....


θυμάμαι
τον 'Ήλιο τον Πρώτο' του Ελύτη.


Το σπίτι μου είναι από τα τελευταία 'μυκονιάτικα χωριά' που σώζεται ακόμα το αλωνάκι τους. Στρογκυλό και τακτικό, πλάι στο πηγάδι, το φροντίζουμε να είναι πάντα καθαρό δίχως τα αγριόχορτα ή τις καλαμιές που επιμένουν να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στις πλάκες του.
Όμως δε μου πήγε καρδιά να ξερριζώσω τούτη τη μικρούλα μπουρνελιά που διάλεξε μόνη της να εγκατασταθεί λίγο μακρύτερα από τις άλλες που στέκουν σε μια μικρή σειρά εσωτερικά τη ς ψηλάς μάντρας μας, και τελικά η τόλμη της ανταμείφθηκε, μόνο αυτή επέζησε από τις αδελφές της και σήμερα μου παρέδωσε φόρο υποταγής  ένα καλαθάκι με γλυκούς καρπούς.


Μπουρνέλες ή αμπουρνέλες  των Κυκλάδων,
δαμάσκηνα, κορόμηλα ή τζάνερα,
σας φέρνω από το Νίκο Σαραντάκο
για το αρχαίο φρούτο της Μεσογείου:

Το φρούτο (ή τα φρούτα) από τη Συρία-->https://sarantakos.wordpress.com/2011/07/11/koromilo/

Μια από τις πιο παλιές πόλεις του μεσογειακού χώρου που κατοικούνται συνεχώς από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι κι η Δαμασκός, η πρωτεύουσα της Συρίας. Δαμασκός στα ελληνικά, Ντιμάσκ αλ-Σαμ στα αραβικά, Damas στα γαλλικά, πόλη που κάποτε ήταν ζηλευτή για τα πλούτη της και είχε δώσει τ’ όνομά της σε ένα σωρό περιζήτητα προϊόντα της, όπως είναι το δαμάσκο ύφασμα, πολύχρωμο μεταξωτό με αργυρά και χρυσά νήματα (damask στα αγγλικά), το δαμασκηνό ατσάλι, που διακρινόταν για την σκληρότητα και την αντοχή του ή το δαμασκί σπαθί, φτιαγμένο από δαμασκηνό ατσάλι αλλά και με ένθετα χρυσά ή αργυρά σχέδια. Αλλά εδώ δεν κάνουμε γεωγραφία· ταξιδεύουμε στον κόσμο των οπωρικών, και το κεφάλαιο αυτό είναι αφιερωμένο στο φρούτο από τη Δαμασκό, το δαμάσκηνο.
Είναι όμως ένα φρούτο το δαμάσκηνο ή μια οικογένεια; Τι γίνεται με τα κορόμηλα; Με τις μπουρνέλες ή βανίλιες; Πρόκειται για ποικιλίες που προέρχονται από πολύ συγγενικά δέντρα· εδώ θα τα εξετάσουμε όλα μαζί, και τα μοβ ελλειψοειδή μεσαίου μεγέθους  (τα δαμάσκηνα), και τα μικρά στρογγυλά πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα (τα κορόμηλα), και τα μεγάλα στρογγυλά μοβ ή κίτρινα (μπουρνέλες ή βανίλιες), ακόμα και τους καρπούς της εικόνας, που εγώ δαμάσκηνα θα τα έλεγα, αλλά η ελληνική βικιπαίδεια τα θέλει κορόμηλα.
Ίδια ποικιλία ονομάτων είχαν και οι αρχαίοι. Στη βιβλιογραφία βρίσκουμε το κοκκύμηλον, που ίσως είναι η μπουρνέλα, το προύμνον, που ίσως είναι το κορόμηλο, το βράβυλον, που είναι κάποια άλλη παραλλαγή, και το δαμασκηνόν ή δαμάσκηνον, που αρχικά ήταν επίθετο, δαμασκηνά κοκκύμηλα, και μετά, όπως συχνά συμβαίνει, έγινε ουσιαστικό. Ότι τα δαμάσκηνα της Δαμασκού τα ξέραιναν από τότε, μας το λέει ο Διοσκουρίδης, στην ενότητα που αφιερώνει στα κοκκύμηλα: τῶν δὲ Συριακῶν καὶ μάλιστα τῶν ἐν Δαμασκῷ γεννωμένων ὁ καρπὸς ξηρανθεὶς εὐστόμαχος καὶ κοιλίας σταλτικός. Δεν αποκλείεται βέβαια η λέξη κοκκύμηλα να χρησιμοποιήθηκε για περισσότερες από μία ποικιλίες· ο Ιππώναξ τον 6ο αιώνα μιλάει για «στέφανον κοκκυμήλων και μίνθης», από μικρούς καρπούς επομένως, κορόμηλα μάλλον, αλλά δυο αιώνες αργότερα, ο κωμικός Άλεξις παρομοιάζει το πρόσωπο ενός αποπληκτικού με βραστή γεμιστή σπλήνα ή με «κοκκυμήλων σπυρίδα πεπόνων», δηλαδή πανέρι με ώριμα (πρόκειται το επίθετο πέπων, όχι το πεπόνι!) κοκκύμηλα, που εδώ μάλλον οι μπουρνέλες θα είναι.
Το προύμνον, που είπαμε πιο πάνω, πέρασε στα λατινικά ως prunus, το οποίο έδωσε στη συνέχεια, από διαφορετικούς δρόμους, τo γαλλικό prune και το αγγλικό plum. Οι άγγλοι έχουν και το prune, αλλά το χρησιμοποιούν για τα ξερά δαμάσκηνα μόνο, ενώ το plum είναι για τα νωπά. Πάντως, και στα αγγλικά υπάρχει αρκετό μπέρδεμα με τις ονομασίες των καρπών της οικογένειας.
Στον βυζαντινό Πωρικολόγο εμφανίζεται ο πρωτονοβελίσιμος Δαμάσκηνος, σε μια από τις πρώτες θέσεις της οπωρικής ιεραρχίας. Άλλο όνομα καρπού της οικογένειας (κορόμηλα κτλ) δεν εμφανίζεται. Νωρίτερα όμως, ο Πτωχοπρόδρομος πεθυμάει δαμασκηναπιδόμηλα, δαμάσκηνα κροκάτα, τα λέγουν Ανατολικά, τα λέγουν λαγηνάτα.Τα δαμασκηναπιδόμηλα δεν είναι κάποια εξωτική τριπλή διασταύρωση καρπών, είναι συλλογική ονομασία, όπως λέμε μαχαιροπήρουνα. Τα κροκάτα, τα ανατολικά και τα λαγηνάτα είναι ονομασίες που δεν ξέρουμε σε ποια σημερινή ποικιλία αντιστοιχούν, αν και ασφαλώς τα λαγηνάτα θα ήταν μακρουλά –ο Κοραής τα ταυτίζει με τα βαρδάσα.
Το δαμάσκηνο δεν πολυκαλλιεργήθηκε στα μέρη μας (με εξαίρεση τη Σκόπελο) αλλά έχει παρουσία στη φρασεολογία μας, στην παροιμιώδη φράση Άγουρα δαμάσκηνα και πικρές ελιές, που λέγεται για ανάξια λόγου πράγματα. Αυτή είναι η παραλλαγή που καταγράφεται στις παροιμίες του Ν. Πολίτη, ενώ νεότερη παραλλαγή, που έγινε και τίτλος εκπομπής του Χάρρυ Κλυνν, είναι Πράσινα δαμάσκηνα και ψιλές ελιές. Πάντως, πρέπει να υπάρχει και κάποιο σεξουαλικό υπονοούμενο, αν σκεφτούμε ότι ο Πολίτης καταγράφει και δεύτερο στίχο Άγουρα δαμάσκηνα και πικρές ελιές / τα κρυφομιλήματα είν’ άσκημες δουλειές, που σχεδόν ολόιδιος βρίσκεται στο ρεφρέν τραγουδιού του Απόστολου Καλδάρα.  Μια άλλη παροιμία που καταγράφει ο Πολίτης είναι του εχθρού σου δος δαμάσκηνα, του φίλου σου απίδια, ίσως επειδή το δαμάσκηνο είναι δύσπεπτο. Γενικά δεν έχει καλή μεταχείριση στην παροιμιολογία μας το δαμάσκηνο!
Μετά το δαμάσκηνο ας πάμε στο κορόμηλο. Η ετυμολογία του δεν είναι βέβαιη, ίσως προέρχεται από το ορόμηλον (αμάρτυρος τύπος, αλλά βρίσκουμε το ορομηλίς) με διασταύρωση με το κοκκύμηλον, ίσως πάλι από το (αμάρτυρο επίσης) καρυόμηλον. Για το κορόμηλο υπάρχει η πασίγνωστη φράση «κορόμηλο το δάκρυ» που τη λέμε όταν κάποιος κλαίει ασταμάτητα. Πρόκειται βέβαια για στερεότυπη υπερβολή, όπου το μέγεθος των δακρύων δηλώνει την ένταση ή τη διάρκεια του κλάματος.
Στην Κέρκυρα και στην Ήπειρο τα κορόμηλα τα λένε κούμπουλα. Η λέξη πρέπει να  προέρχεται από το κοκκύμηλα. Υπάρχει και παροιμία, άλλο το κούμπουλο και άλλο το δαμάσκηνο, για πράγματα που δεν είναι ίδια. Στα Οπωροφόρα της Αθήνας, ο Σωτήρης Δημητρίου, που είναι από την Ήπειρο, κάνει λόγο για κουμπουλιές και μετά εξηγεί, κορομηλιές.
Τα τζάνερα είναι άραγε μια ποικιλία των κορόμηλων ή είναι ιδιαίτερο είδος; Μοιάζει αυτή η κουβέντα με τα γλωσσικά διλήμματα, όπως αν είναι τα βαλεντσιάνικα ιδιαίτερη διάλεκτος ή απλό παρακλάδι των καταλανικών. Θα το προσπεράσω. Ο Μένος Φιλήντας, ο μεγάλος εμπειρικός γλωσσολόγος, είχε προτείνει ετυμολογία από το «διάνερα», επειδή πράγματι τα τζάνερα είναι όλο νερό. Όμως, η λέξη στην πραγματικότητα έχει τουρκική αρχή από το caneriği, που είναι μια ποικιλία πράσινων κορόμηλων, αλλά θα πει κατά λέξη «κορόμηλο της ψυχής»! (can είναι η ψυχή). Αρχικά, η ελληνική λέξη ήταν τζανερίκι, η οποία και σήμερα υπάρχει σε διαλέκτους, αλλά το –ίκι θεωρήθηκε υποκοριστικό επίθημα κι έτσι προέκυψε το τζάνερο. Ο Σουρής σε έναν στίχο του λέει για κάποιον που έχυνε δάκρυα φριχτά «που το καθένα ήτανε σαν τζάνερο».
Το κορόμηλο είναι συχνά ξινό, όταν δεν είναι στον καιρό του. Υπάρχει η παροιμία «Ο γονιός τρώει το τζάνερο και το παιδί μουδιάζει», που είναι παραλλαγή του βιβλικού «οι πατέρες έφαγον όμφακα και οι οδόντες των τέκνων ημωδίασαν». Ο Δημ. Λουκάτος έχει μελετήσει εξαντλητικά τη φράση αυτή.
Όπως είδαμε, στα τούρκικα το κορόμηλο είναι ερίκ, λέξη που έχει κι αυτή περάσει στα ελληνικά, ως ερίκια· αλλού λέγονται έτσι τα κορόμηλα γενικώς, αλλού μια ποικιλία τους.
Όσο για τις μπουρνέλες, είναι δάνειο από το ιταλ. prunella, που ανάγεται στο λατινικό prunus. Και επειδή αυτό έχει ελληνική αρχή, από το προύμνον, η μπουρνέλα είναι αντιδάνεια λέξη.
Αν ζαλιστήκατε από τις πολλές ονομασίες και τις πολλές παραλλαγές των δαμάσκηνων και των κορόμηλων, μάθετε ότι ακόμα δεν τελειώσαμε. Σε κάποιες περιοχές τα κορόμηλα λέγονται και αβράμηλα, που ίσως ετυμολογείται από τα αρχαία βράβυλα, στη Χίο πάλι τα λένε νεράμπουλα· μια παλιά ονομασία που δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται ακόμα είναι τα βαρδάσια, ενώ υπάρχουν και οι ρεγκλότες, που είναι εξελληνισμός της εκλεκτής γαλλικής ποικιλίας Reine-Claude, που πήρε το όνομά της από την «καλή βασίλισσα» Κλοντ (1499-1524), κόρη του Λουδοβίκου του ΙΒ’ και συζύγου του Φραγκίσκου του Α’ της Γαλλίας, που πέθανε στα εικοσπέντε της χρόνια, αλλά κέρδισε την αθανασία χάρη στα πράσινα γευστικά δαμάσκηνα. Μια άλλη γαλλική ποικιλία, με καρπούς μικρούς, κιτρινωπούς και πολύ αρωματικούς, που μόνο στη Λωρραίνη της Γαλλίας καλλιεργούνται, είναι οι μιραμπέλες, που πιθανόν να έχουν ελληνική αρχή, ετυμολογικά εννοώ, μια και ίσως το γαλλικό mirabelle να ανάγεται στο ελληνικό μυροβάλανον. Είμαι βέβαιος ότι θα ξέρετε κι άλλα ονόματα, περιμένω να τα προσθέσετε.
Σε μιαν επιδημία χολέρας, ο Σουρής παροτρύνει ειρωνικά τους Αθηναίους:
Εάν υγείαν θέλετε, καλοί μου πατριώται,
και φόβο νά μήν έχετε καθόλου της χολέρας,
κορόμηλα, βερύκοκα και τζάνερα νά τρώτε,
όσο μπορείτε πιο πολλά τετράκις της ημέρας.
Την εποχή του ραδιενεργού νέφους του Τσερνομπίλ, που είχε έρθει στα μέρη μας Μάη μήνα, θα θυμάστε ότι οι μπουρνέλες και τα κορόμηλα ήταν από τα πρώτα που έπρεπε να αποφεύγει κανείς. «Κανείς δεν πέθανε από τα κορόμηλα», έλεγε κάποιος γνωστός μου, αλλά έπεφτε έξω: ο αγωνιστής του 21 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος (1789-1825), γνωστός για τα αυτοσχέδια ποιήματα με τα οποία εμψύχωνε τους πολεμιστές, καθώς πήγαινε στη Δημητσάνα με το άλογο που μόλις του είχε χαρίσει ο Νικηταράς, έφαγε στο δρόμο πάρα πολλά κορόμηλα, έπαθε δυσεντερία και, όπως ήταν ασθενικής κράσης, πέθανε.
______________________________
 Εικόνες του κήπου μου:
Πάνω το αλωνάκι μας
Κάτω οι αμπουρνέλες

Από τον Giorgos Makrygiannhs :
Μικρό- μικρο το αλώνι σου
να είναι μοναχικό σου.
_______________________________




6 σχόλια:

  1. Αλωνάκι και πηγάδι και μπουρνέλες...
    Που με πας Δάφνη,που με πας!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. δαφνη μου,δαφνη μου τι κανεις;τυχερη που εχεις αλωνακι,πηγαδι.οσο για τα κορομηλα οταν πηγαινω στο χωριο μου κανοντας βολτα να μαζεψω ριγανη οπου βρω κορομηλια την τσακιζω επιτοπου,ουτε πλυσιμο,τιποτα.πολλα πολλα φιλια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελένη μου!!
      Έτσι όρθια κι εγώ, στέκομαι πλάι στο δένδρο και δε σταματώ να τρώω.

      Σε λίγο σύκα και σταφύλια..

      Διαγραφή
  3. Πολύ ωραία η ανάρτησή σου Δάφνη.
    Καλό Ιούλη εύχομαι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ ωραία η ανάρτησή σου Δάφνη.
    Καλό Ιούλη εύχομαι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή