Porta photo©by Pierre Couteau for DC

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Σύμφωνο Συμβίωσης: Ένα μπέρδεμα


Ένα παιδί που γέννησε Ελληνίδα και έχει την Ελληνική Ιθαγένεια δεν μπορεί να ασκήσει βασικά δικαιώματα, όπως να λάβει διαβατήριο για να έρθει στην Ελλάδα. 
Σας μεταφέρω από τον E lawyer  την περίπτωση
(και με την ευκαιρία, το νόμο για το Σύμφωνο Συμβίωσης, από την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως).


Vasilis Sotiropoulos 
Άρνηση εγγραφής ληξιαρχικής πράξης λόγω συμφώνου συμβίωσης της μητέρας

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγε ένα βρέφος, δια των νομίμων εκπροσώπων του, επειδή το Ελληνικό Δημόσιο αρνείται να εγγράψει στο Ληξιαρχείο του την πράξη της γέννησής του. Η μητέρα του βρέφους έχει τελέσει γάμο (σε άλλη χώρα) και σύναψε σύμφωνο συμβίωσης με πρόσωπο του ίδιου φύλου, όταν ήταν ήδη έγκυος. Στο σύμφωνο συμβίωσης το ζευγάρι επέλεξε, όπως ορίζει το άρθρο 10, ότι το επώνυμο του τέκνου δεν θα είναι αυτό της βιολογικής μητέρας, αλλά της συζύγου της. Ενώ το ληξιαρχείο της χώρας που γεννήθηκε το παιδί καταχώρισε κανονικά το επώνυμο της δεύτερης μητέρας του, η Ελλάδα αρνείται να μεταγράψει την εν λόγω ληξιαρχική πράξη στο Ειδική Ληξιαρχείο. Έτσι, το παιδί ενώ έχει γεννηθεί από Ελληνίδα και έχει την Ελληνική Ιθαγένεια δεν μπορεί να ασκήσει βασικά δικαιώματα, όπως να λάβει διαβατήριο για να έρθει στην Ελλάδα.

Η Ελλάδα αρνείται δηλαδή να υποδεχθεί έναν Έλληνα, επειδή δεν μπορεί να εφαρμόσει σωστά τον νόμο για το σύμφωνο συμβίωσης που η ίδια ψήφισε!

Προσοχή, δεν μιλάμε εδώ για το δικαίωμα τεκνοθεσίας, αλλά για ένα δικαίωμα που ήδη προβλέπεται από τον νόμο του συμφώνου συμβίωσης: ότι οι συμβιούντες επιλέγουν στο ίδιο το σύμφωνο συμβίωσης το επώνυμο του παιδιού που θα γεννηθεί. Η διατύπωση του άρθρου 10 δεν είναι βέβαια ιδιαίτερα επιβοηθητική, αλλά η εμμονή των σχετικών δημοσίων υπηρεσιών να αρνούνται την εγγραφή του παιδιού στο ληξιαρχείο δημιουργεί μια σειρά προβλήματα που συνιστούν παραβίαση και της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την οποία έχει κυρώσει η χώρα από το 1989. Ένα άρθρο της Σύμβασης λέει ότι κάθε παιδί που γεννιέται πρέπει να εγγράφεται στο ληξιαρχείο και αυτή τη στιγμή η Ελλάδα παραβιάζει, λόγω της παραπάνω ξεκάθαρα ομοφοβικής εμμονής της, το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα του παιδιού.


Την υπόθεση γνωρίζουν υψηλόβαθμα στελέχη της δημόσιας διοίκησης και άνθρωποι σε κυβερνητικές θέσεις, οι οποίοι όμως δεν κάνουν τίποτα. Για άλλη μια φορά, λοιπόν, η απάντηση θα δοθεί από την Δικαιοσύνη. 
_________________
Σχόλιο
Alexandra Dimou Δαφνη εχω προσωπικη εμπειρία .Μετα απο 7 χρόνια συμφωνου δεν παιρνω σθνταξη του ανδρα μου ουτε το εφ απαξ γιατι δεν ειμαι συζυγος Εχω προσφυγει στα Δικαστηρια
____________________
Ο ΝΟΜΟΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 181
24 Δεκεμβρίου 2015
Το παρόν Φ.Ε.Κ. επανεκτυπώθηκε λόγω αναριθμητισμού στον αριθμό του νόμου
9559
NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4356
Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ Άρθρο 1
Σύσταση
Η συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίω− σή τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπρο− σώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.
Άρθρο 2 Προϋποθέσεις
1. Για τη σύναψη συμφώνου συμβίωσης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα.
2. Δεν επιτρέπεται η σύναψη συμφώνου συμβίωσης: α) αν υπάρχει γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των ενδια− φερόμενων προσώπων ή του ενός από αυτά, β) μεταξύ συγγενών εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και εκ πλαγίου μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, καθώς και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα και γ) μεταξύ εκείνου που υιοθέτησε και αυτού που υιοθετήθηκε.
3. Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την ακυρότητα του συμφώνου συμβίω− σης. Ακυρότητα συνεπάγεται και η εικονικότητα του συμφώνου.
Άρθρο 3
Άκυρο και ακυρώσιμο σύμφωνο

1. Η κατά το προηγούμενο άρθρο ακυρότητα κηρύσ− σεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Την αγωγή ασκεί, εκτός από τα μέρη, και όποιος προβάλλει έννομο
συμφέρον οικογενειακής φύσης, καθώς και ο εισαγγε− λέας αυτεπαγγέλτως, αν το σύμφωνο αντίκειται στη δημόσια τάξη.
2. Σε περίπτωση ελαττωμάτων της βούλησης εφαρμό− ζονται αναλόγως οι διατάξεις για τον ακυρώσιμο γάμο. Η σχετική δικαστική απόφαση απαιτείται να γίνει αμετάκλητη.
3. Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση, που ακυ− ρώνει το σύμφωνο συμβίωσης, αίρονται αναδρομικά τα αποτελέσματά του. Η ακύρωση του συμφώνου δεν επηρεάζει την πατρότητα των τέκνων.
Άρθρο 4 Επώνυμο
Το σύμφωνο συμβίωσης δεν μεταβάλλει το επώνυμο των μερών. Ο καθένας μπορεί, εφόσον συγκατατίθεται ο άλλος, να χρησιμοποιεί στις κοινωνικές σχέσεις το επώνυμο του άλλου ή να το προσθέτει στο δικό του.
Άρθρο 5 Σχέσεις των μερών
1. Στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο.
2. Στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέ− σεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης. Τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή της.
Άρθρο 6
Στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφω− νο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν απο− κτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες.
Άρθρο 7 Λύση
1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται: α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιο−
9560 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
γραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικα− στικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών.
2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κα− τάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, που περιέχει τη συμφωνία ή τη μονομερή δήλωση, στο ληξίαρχο όπου έχει καταχωριστεί και η σύστασή του.
3. Για τη διατροφή μετά τη λύση του συμφώνου εφαρ− μόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη διατροφή μετά το διαζύγιο, εκτός αν τα μέρη παραιτηθούν από το σχετικό δικαίωμα κατά την κατάρτιση του συμφώνου.
Άρθρο 8 Κληρονομικό δικαίωμα
Ως προς το κληρονομικό δικαίωμα των μερών του συμφώνου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τους συζύγους. Κατά την κατάρτιση του Συμφώνου το κάθε μέρος μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του στη νόμιμη μοίρα.
Άρθρο 9 Τεκμήριο πατρότητας
Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώ− νου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του Συμφώνου, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρ− τισε το Σύμφωνο. Το τεκμήριο ανατρέπεται με αμετά− κλητη δικαστική απόφαση. Τα άρθρα 1466 επ. ΑΚ, καθώς και τα άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ, εφαρμόζονται αναλόγως.
Άρθρο 10 Επώνυμο τέκνων
Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμ− φώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου, φέρει το επώνυμο που επέλεξαν οι γονείς του με κοινή και αμε− τάκλητη δήλωσή τους, που περιέχεται στο σύμφωνο ή σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο πριν από τη γέννηση του πρώτου τέκνου. Το επώνυμο που επιλέγεται είναι κοινό για όλα τα τέκνα και είναι υπο− χρεωτικά το επώνυμο του ενός από τους γονείς ή συν− δυασμός των επωνύμων τους. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν η δήλωση παραλειφθεί, το τέκνο θα έχει σύνθετο επώνυμο, αποτελούμενο από το επώνυμο και των δύο γονέων του. Πρώτο τίθεται το επώνυμο με αρχικό που προηγείται στο αλφάβητο. Αν το επώνυμο του ενός ή και των δύο γονέων είναι σύνθετο, το επώνυμο του τέ− κνου θα σχηματιστεί με το πρώτο από τα δύο επώνυμα.
Άρθρο 11 Γονική μέριμνα
1. Η γονική μέριμνα του τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τρι− ακόσιες (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του συμφώνου, ανήκει στους δύο γονείς και ασκείται από κοινού. Οι διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο εφαρμόζονται ανα− λόγως και στην περίπτωση αυτή.
2. Αν το σύμφωνο συμβίωσης λυθεί ή ακυρωθεί, για την άσκηση της γονικής μέριμνας εφαρμόζεται αναλό− γως το άρθρο 1513 ΑΚ.
Άρθρο 12
Ανάλογη εφαρμογή άλλων διατάξεων – Εξουσιοδοτήσεις

Άλλες διατάξεις νόμων που αφορούν αξιώσεις των συζύγων μεταξύ τους, καθώς και αξιώσεις, παροχές και προνόμια έναντι τρίτων ή έναντι του Δημοσίου εφαρμό− ζονται αναλόγως και στα μέρη του συμφώνου, εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ειδική ρύθμιση στον παρόντα ή άλλο νόμο. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μπορεί να προσαρμόζονται, όπου αυτό απαιτείται, οι κείμενες διατάξεις του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινω− νικής ασφάλισης, στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 13 Πεδίο εφαρμογής
1. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον τούτο καταρτίζεται στην Ελλάδα ή ενώπιον ελληνικής προξενικής αρχής.
2. Οι προϋποθέσεις σύναψης, οι σχέσεις των μερών μεταξύ τους και οι προϋποθέσεις και συνέπειες της λύσης των συμφώνων συμβίωσης, που δεν υπάγονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, διέπονται από το δίκαιο του τόπου όπου καταρτίστηκαν. Για την κληρονομική διαδοχή εφαρμόζονται οι σχετικοί κανό− νες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Κατά τα λοιπά, τα σύμφωνα συμβίωσης της παρούσας παραγράφου δεν αναπτύσσουν στην ελληνική έννομη τάξη περισσότε− ρα αποτελέσματα από αυτά που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.
Άρθρο 14
Τροποποίηση διατάξεων του Αστικού Κώδικα
Τα άρθρα 1354, 1462, 1463 και 1576 ΑΚ τροποποιούνται ως εξής:
«Άρθρο 1354
Κώλυμα από γάμο που υπάρχει ή από σύμφωνο συμβίωσης με τρίτον.

Εμποδίζεται η σύναψη γάμου πριν λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος που υπάρχει, καθώς και πριν λυ− θεί ή ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση το σύμφωνο συμβίωσης που συνδέει τον ένα μελλόνυμφο με τρίτον. Οι σύζυγοι μπορούν να επαναλάβουν την τέ− λεση του μεταξύ τους γάμου και πριν αυτός ακυρωθεί.»
«Άρθρο 1462 Αγχιστεία
Οι συγγενείς εξ αίματος του ενός από τους συζύ− γους είναι συγγενείς εξ αγχιστείας του άλλου στην ίδια γραμμή και στον ίδιο βαθμό. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του συμφώνου συμβίωσης. Η συγγένεια εξ αγχιστείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης από το οποίο δημιουργήθηκε.»
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 9561
«Άρθρο 1463
Η συγγένεια του προσώπου με τη μητέρα του και τους συγγενείς της συνάγεται από τη γέννηση. Η συγ− γένεια με τον πατέρα και τους συγγενείς του συνάγεται από το γάμο ή το σύμφωνο συμβίωσης της μητέρας με τον πατέρα ή ιδρύεται με την αναγνώριση, εκούσια ή δικαστική.»
«Άρθρο 1576 Αυτοδίκαιη λύση
Η υιοθεσία λύνεται αυτοδικαίως και αίρεται αναδρομι− κά η σχέση που απορρέει από αυτήν, αν τελέσουν γάμο ή συνάψουν σύμφωνο συμβίωσης, κατά παράβαση του νόμου, ο θετός γονέας με το θετό τέκνο. Αν ο γάμος ή το σύμφωνο συμβίωσης ακυρώθηκε, διατηρούνται από τη σχέση υιοθεσίας μόνο τα περιουσιακά δικαιώματα του θετού τέκνου.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΙΣΑΛΛΟΔΟΞΙΑΣ

Άρθρο 15 Σύσταση
Συνιστάται συλλογικό συμβουλευτικό − γνωμοδοτικό όργανο υπό την ονομασία «Εθνικό Συμβούλιο κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας», το οποίο υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δι− καιωμάτων (εφεξής Συμβούλιο).
Άρθρο 16 Σύνθεση
1. Το Συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουρ− γού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαι− ωμάτων και αποτελείται από τα εξής μέλη με τους αναπληρωτές τους:
α. Τον Γενικό Γραμματέα Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως Πρόεδρο,
β. έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης με αρμοδιότητα σε θέμα− τα Μεταναστευτικής Πολιτικής,
γ. έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων,
δ. έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εξωτερικών,
ε. έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Δι− αφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,
στ. έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας, Κοι− νωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,
ζ. έναν εκπρόσωπο της Ελληνικής Αστυνομίας,
η. έναν εκπρόσωπο του Συμβουλίου Ένταξης Μετανα− στών του Δήμου Αθηναίων,
θ. έναν εκπρόσωπο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιο− τηλεόρασης,
ι. έναν εκπρόσωπο της Εθνικής Επιτροπής για τα Δι− καιώματα του Ανθρώπου,
ια. έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες,
ιβ. δύο εκπροσώπους του Δικτύου Καταγραφής Περι− στατικών Ρατσιστικής Βίας,
ιγ. έναν εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία,
ιδ. έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Συντακτών Ημερήσι− ων Εφημερίδων Αθηνών,
ιε. έναν εκπρόσωπο του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας.
ιστ. έναν εκπρόσωπο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Ε.),
ιζ. έναν εκπρόσωπο της Ανώτατης Διοίκησης Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.).
2. Τακτικά και αναπληρωματικά μέλη ορίζονται από τους αρμόδιους Υπουργούς και φορείς, με γνώμονα την εξειδίκευσή τους σε θέματα καταπολέμησης του ρατσι− σμού ή τις αρμοδιότητές τους. Ειδικότερα, ο εκπρόσω− πος της ΕΛ.ΑΣ. και ο αναπληρωτής του ορίζονται από τον Αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. και προέρχονται από υπηρεσία αρμόδια για τη δίωξη της ρατσιστικής βίας. Η θητεία των μελών είναι τριετής.
3. Με απόφαση της Ολομέλειας μπορούν εντός του Συμβουλίου να λειτουργούν Επιτροπές για την επεξερ− γασία ειδικότερων θεμάτων.
4. Σε κάθε συνεδρίαση του Συμβουλίου προσκαλεί− ται και συμμετέχει, με εκπρόσωπό του, χωρίς δικαίω− μα ψήφου, ο Συνήγορος του Πολίτη, ο οποίος δύναται οποτεδήποτε, με αμετάκλητη δήλωσή του προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, να καταστεί εφεξής πλήρες μέλος αυτού με δικαίωμα ψήφου.
Άρθρο 17 Αρμοδιότητες
1. Το Συμβούλιο έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α. Το σχεδιασμό πολιτικών πρόληψης και καταπο− λέμησης του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας προς διασφάλιση της προστασίας ατόμων και ομάδων που στοχοποιούνται λόγω φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνο− τικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, κοινωνι− κής προέλευσης, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου ή χαρακτηριστικών φύλου.
β. Την επίβλεψη της εφαρμογής της νομοθεσίας κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας και της συμμόρ− φωσής της με το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο.
γ. Την προώθηση και το συντονισμό της δράσης των εμπλεκόμενων φορέων για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου, καθώς και την ενίσχυση της συνεργασίας με την κοινωνία των πολιτών στα ζητήματα αυτά.
2. Το Συμβούλιο ιδίως:
α. Εκπονεί μελέτες, εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες και συστάσεις και προτείνει μέτρα για την πρόληψη και καταπολέμηση του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας και την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας και της διοικητικής πρακτικής προς τις διατάξεις του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου και τις συστάσεις των διεθνών οργανισμών.
β. Σχεδιάζει και προτείνει πολιτικές κατά του ρατσι− σμού και της μισαλλοδοξίας για όλο το φάσμα της κυβερνητικής πολιτικής και της δημόσιας διοίκησης και αναπτύσσει πρωτοβουλίες για την προώθηση της εται− ρικής − κοινωνικής ευθύνης των νομικών προσώπων για τα ως άνω θέματα.
γ. Μεριμνά για την προώθηση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της ισότητας και του σεβασμού της ετερό− τητας μέσα από την τυπική εκπαίδευση.
δ. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για την επιμόρφωση δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας και υπαλλήλων υπηρεσιών και
9562 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
φορέων του στενού και του ευρύτερου δημοσίου το− μέα σε θέματα αντιμετώπισης του ρατσισμού και της ρατσιστικής βίας.
ε. Συγκεντρώνει και αξιοποιεί στατιστικά στοιχεία σχετικά με το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία. Οι αρμό− διες διοικητικές υπηρεσίες υποχρεούνται να παρέχουν τα αιτούμενα στοιχεία.
στ. Προωθεί την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας, καθώς και την ενίσχυση των μηχανι− σμών καταγραφής του φαινομένου.
ζ. Μεριμνά για την ευαισθητοποίηση των πολιτών για τα φαινόμενα του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας μέσα από τα ΜΜΕ, καθώς και για την καταγραφή και αντιμε− τώπιση της ρητορικής του μίσους στο δημόσιο λόγο.
η. Συντάσσει Εθνικό Σχέδιο Δράσης κατά του Ρατσι− σμού, παρακολουθεί συστηματικά την εφαρμογή του και μεριμνά για την τακτική επικαιροποίησή του. Συντάσσει ετήσιο απολογισμό δράσης, ο οποίος υποβάλλεται έως το τέλος Ιανουαρίου κάθε έτους στον Πρόεδρο της Βουλής.
Άρθρο 18 Λειτουργία
1. Το Συμβούλιο εδρεύει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και επικουρεί− ται κατά τη λειτουργία του επιστημονικά και διοικητικά από τη Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ παρέχεται γραμματειακή υποστήριξη από υπάλληλο της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
2. Ο Γενικός Γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μεριμνά για την σύγκληση και λειτουρ− γία του Συμβουλίου, καθώς και για την υλοποίηση των αποφάσεών του.
3. Το Συμβούλιο συνεδριάζει τακτικά κάθε δύο (2) μήνες, έκτακτα δε ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου ή κατόπιν αιτήματος τεσσάρων (4) τουλάχιστον μελών του.
4. Το Συμβούλιο λειτουργεί εντός του κανονικού ωρα− ρίου εργασίας των οικείων Υπηρεσιών ή σε χρόνο που καλύπτεται από υπερωριακή απασχόληση. Στα μέλη του δεν καταβάλλεται καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση.
5. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
Άρθρο 19
Συνεργασία με φορείς και κοινωνικός διάλογος

1. Στο Συμβούλιο δύναται να καλούνται και άλλα πρό− σωπα, ιδίως εμπειρογνώμονες με συναφή εξειδίκευση, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ή φορείς για την παροχή πληροφοριών ή τη συνεργασία, εφόσον αυτό θεωρείται αναγκαίο κατά την κρίση αυτού.
2. Το Συμβούλιο μπορεί να προσκαλεί Μη Κυβερνη− τικές Οργανώσεις και άλλους φορείς της κοινωνίας των πολιτών σε διαβούλευση, εφόσον αυτό θεωρείται αναγκαίο κατά την κρίση του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ
Άρθρο 20
Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 56 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται, ως εξής:
«2. Εκείνος που έχει υπερβεί το εβδομηκοστό πέμπτο (75ο) έτος της ηλικίας του εκτίει την ποινή ή το υπό−
λοιπο ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης έως δέκα (10) έτη που του επιβλήθηκε στην κατοικία του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κριθεί ότι η έκτισή της σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλη− μάτων. Τα παραπάνω ισχύουν και για καταδικασθείσα μητέρα που έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου της μέχρι αυτό να συμπληρώσει την ηλικία των 8 ετών. Στην τελευταία περίπτωση, λαμβάνεται ιδίως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου. Εάν οι προϋπο− θέσεις της παρούσας παραγράφου υπάρχουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αποφα− σίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών μετά από αίτηση του καταδικασμένου.
3. Οι εκτίοντες ποινή στην κατοικία τους δύνανται να λαμβάνουν άδεια εξόδου από αυτήν από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης για λόγους εκπαί− δευσης, εργασίας ή νοσηλείας. Οι ίδιοι υποχρεούνται να εμφανίζονται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας τους. Αν πα− ραλείψουν την υποχρέωσή τους αυτή, ο εισαγγελέας έκτισης της ποινής, εκτιμώντας τη συχνότητα των πα− ραλείψεων και τους λόγους στους οποίους οφείλονται, μπορεί: α) να προβαίνει σε συστάσεις, β) να διατάξει την έκτιση μέρους της ποινής τους που δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα στο κατάστημα κράτησης ή γ) να διατάξει την έκτιση της ποινής τους στο κα− τάστημα κράτησης. Η διάταξη του άρθρου 105 έχει και εδώ ανάλογη εφαρμογή.»
Άρθρο 21
Το άρθρο 81Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 81Α
Έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά

Εάν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής γενεαλογικών καταβολών, θρη− σκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυ− τότητας ή χαρακτηριστικών φύλου το πλαίσιο ποινής διαμορφώνεται ως εξής:
α) Στην περίπτωση πλημμελήματος, που τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, το κατώτερο όριο της ποινής αυξάνεται στους έξι (6) μήνες και το ανώτερο όριο αυτής στα δύο (2) έτη. Στις λοιπές περιπτώσεις πλημμελημάτων το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά ένα (1) έτος.
β) Στην περίπτωση κακουργήματος, που το προβλε− πόμενο πλαίσιο ποινής ορίζεται σε πέντε (5) έως δέκα (10) έτη, το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο (2) έτη. Στις λοιπές περιπτώσεις κακουργημάτων το κατώτερο όριο ποινής αυξάνεται κατά τρία (3) έτη.
γ) Στην περίπτωση εγκλήματος, που τιμωρείται με χρηματική ποινή, το κατώτερο όριο αυτής διπλασιάζεται. Σε περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί κατά τα παραπάνω, το ποσό της μετα− τροπής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το διπλάσιο του κατώτατου ορίου του προβλεπόμενου ποσού με−
τατροπής.»
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 9563
Άρθρο 22
Η περίπτωση θ ́ της παρ. 3 του άρθρου 100 του Ποι− νικού Κώδικα καταργείται.
Άρθρο 23
Η παρ. 4 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα αντι− καθίσταται ως εξής:
«4. Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσε− ων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρα− τούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού ανα− πηρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υπο− βάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λε− πτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνω− μοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας. Η ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση του ΚΕ.Π.Α. υποχρεωτικά προσδιορίζουν εάν η αναπηρία είναι μόνιμη ή πρόσκαιρη και αναφέρουν στην περίπτω− ση της πρόσκαιρης αναπηρίας τον χρόνο διάρκειάς της και το ποσοστό της. Εάν πρόκειται για πρόσκαιρη αναπηρία ο αρμόδιος εισαγγελέας υποβάλλει ένα (1) μήνα πριν τη λήξη του προσδιοριζόμενου χρόνου ανα− πηρίας στο αρμόδιο συμβούλιο την πρότασή του για την επανεξέταση της, χορηγηθείσας απόλυσης υπό όρο. Για τον λόγο αυτό δύο (2) μήνες πριν τη συμπλήρωση του χρόνου της προσδιορισθείσας αναπηρίας διατάσσει ει− δική πραγματογνωμοσύνη είτε παραπομπή στο αρμόδιο ΚΕ.Π.Α. για την εκ νέου διακρίβωση των προϋποθέσεων για την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας. Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων πα− ραγράφων διατάσσεται η συνέχιση της εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την απόλυση υπό όρο λογίζεται ως πραγματικός χρόνος έκτισης της ποινής. Η επανεξέταση της αναπηρίας και η διακρίβωση των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού περατώνεται στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109.«
Άρθρο 24
Η παρ. 3α του άρθρου 124 του Ποινικού Κώδικα κα− ταργείται.
Άρθρο 25
Η παρ. 3 του άρθρου 126 του Ποινικού Κώδικα αντι− καθίσταται ως εξής:
«3. Σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη και έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του επιβάλλονται αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, εκτός αν κρίνεται αναγκαίο να επιβληθεί ποινικός σω− φρονισμός κατά το επόμενο άρθρο. Ειδικά το αναμορ− φωτικό μέτρο του άρθρου 122 παράγραφος 1 περίπτωση ιβ ́ επιβάλλεται μόνο για πράξη, την οποία αν τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα.»
Άρθρο 26
Το άρθρο 127 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 127
1. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται μόνο σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώ− σει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας, εφόσον η πράξη τους, αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούρ− γημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Η ίδια ποινή δύναται να επιβληθεί και για τις πράξεις του άρθρου 336, εφόσον τελούνται σε βάρος προσώ− που νεότερου από δεκαπέντε (15) ετών. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων μπορεί να επιβληθεί και σε ανήλικο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας του και του έχει επιβληθεί το ανα− μορφωτικό μέτρο της περίπτωσης ιβ ́της παραγράφου 1 του άρθρου 122, εάν μετά την εισαγωγή του στο ίδρυμα αγωγής τελέσει έγκλημα που αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέ− τρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου.
2. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραμονής του ανηλίκου στο ειδικό κατάστη− μα κράτησης νέων σύμφωνα με το άρθρο 54.»
Άρθρο 27
Το άρθρο 292 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 292
1. Όποιος με πρόθεση παρεμποδίζει τη λειτουργία κοινόχρηστης εγκατάστασης που εξυπηρετεί τη συ− γκοινωνία και ιδίως αυτοκινητοδρόμου, σιδηροδρόμου, αεροπλάνου, λεωφορείου, ταχυδρομείου ή τηλεγράφου που προορίζονται για κοινή χρήση τιμωρείται με φυλά− κιση έως ένα (1) έτος.
2. Αν η πράξη της παραγράφου 1 είχε σημαντική διάρ− κεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τρία (3) έτη.
Άρθρο 28
Στο άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται εδά− φιο β ́ ως εξής:
«Το δικαστήριο, όσον αφορά τα πλημμελήματα του άρθρου 292 ή την πράξη του άρθρου 431, δύναται να απαλλάξει το δράστη από την ποινή, εφόσον η παρε− μπόδιση είχε ασήμαντη διάρκεια ή ο δράστης τέλεσε την πράξη για την προάσπιση ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος.»
Άρθρο 29
Μετά το άρθρο 361Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 361Β ως εξής:
«Άρθρο 361Β
1. Όποιος προμηθεύει αγαθά ή προσφέρει υπηρεσίες ή αναγγέλλει με δημόσια πρόσκληση την παροχή ή προ− μήθεια αυτών αποκλείοντας από καταφρόνηση πρόσω− πα λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνι−
9564 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
κής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
2. Εάν στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου συμμετείχαν δύο (2) ή περισσότεροι επιβάλλεται ποι− νή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Άρθρο 30
Η παρ. 2 του άρθρου 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονο− μίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 225 παράγραφοι 1 περίπτωση α ́ και 2 εδάφιο α ́, 229, 362, 363 και 364 ΠΚ, αν για το γεγονός για το οποίο δόθηκε όρκος ή η χωρίς όρκο κατάθεση ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η κατα− μήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ. 1 εδάφιο β ́), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών.»
Άρθρο 31
Το άρθρο 113 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντι− καθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 113 Δικαστήριο Ανηλίκων
1. Τα Δικαστήρια ανηλίκων δικάζουν τις αξιόποινες πράξεις που τελούνται από ανηλίκους και επιβάλλουν τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, που ορίζονται από τον Ποινικό Κώδικα ή τις ποινές, κατά τις παρακάτω διακρίσεις:
Α. Το μονομελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει: α) τις πράξεις που τελούνται από ανηλίκους εκτός από εκείνες που δικάζονται από το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων, β) τα πταίσματα που τελούνται από ανηλίκους στην έδρα του πρωτοδικείου και γ) τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του πταισματοδικείου για ανηλίκους.
Β. Το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων δικάζει τις αξι− όποινες πράξεις που τελούνται από ανήλικους, για τις οποίες, αν τελούνταν από ενήλικα, απειλείται ισόβια κάθειρξη, καθώς και τις πράξεις του άρθρου 336 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον τελούνται σε βάρος προσώπου νεωτέρου από δεκαπέντε (15) ετών.
Γ. Το εφετείο ανηλίκων δικάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών και τριμελών δικαστηρίων ανηλίκων που λειτουργούν στα πλημμελειοδικεία.
2. Το άρθρο 119 εφαρμόζεται αναλόγως στις περι− πτώσεις των εδαφίων Α ́ και Β ́ της προηγούμενης πα− ραγράφου.»
Άρθρο 32
Η παρ. 1 του άρθρου 279 του Κώδικα Ποινικής Δικο− νομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο συλλαμβανόμενος επ’ αυτοφώρω ή με ένταλμα οδηγείται χωρίς αναβολή στον αρμόδιο εισαγγελέα, το
αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από τη σύλληψή του και, αν η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του, στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταφορά του. Αν πρόκειται για κακούργημα ή αν η σύλληψη έγινε με ένταλμα του ανακριτή, ο εισαγγελέας παραπέμπει στον ανακριτή εκείνον που έχει συλληφθεί και αν πρό− κειται για πλημμέλημα, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζο− νται στα άρθρα 43,47, 246 παρ. 3 και 417 κ.ε.. Ειδικά σε περίπτωση σύλληψης επ’ αυτοφώρω για πλημμέλημα, ο ανακριτικός υπάλληλος εντός δώδεκα (12) ωρών ει− δοποιεί με το ταχύτερο μέσο τον εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του εγκλή− ματος και την προσωπικότητα του δράστη, να δώσει εντολή να αφεθεί αυτός ελεύθερος και να μην εφαρ− μοστεί η προβλεπόμενη για τα αυτόφωρα εγκλήματα διαδικασία του άρθρου 418 παρ. 1 εδάφιο α ́ και 2. Στην περίπτωση αυτή ο ανακριτικός υπάλληλος υποβάλλει στον εισαγγελέα χωρίς χρονοτριβή όλες τις εκθέσεις που συντάχθηκαν για τη συγκεκριμένη υπόθεση.»
Άρθρο 33
Το άρθρο 340 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 340
1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτο− προσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση· μπο− ρεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο δικαστής ανηλίκων, όταν ο ανήλικος κατηγορεί− ται για πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα. Για το σκοπό αυτόν κατά την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος του δικαστηρίου διακριβώνει για το σύνολο των υποθέσεων, εάν οι κατηγορούμενοι στερούνται συνηγόρου υπεράσπισης. Οι υποθέσεις στις οποίες διορίζεται συνήγορος κατά τα παραπάνω, εκδι− κάζονται υποχρεωτικά σε συνεδρίαση μετά από διακοπή, προκειμένου να προετοιμαστεί κατάλληλα ο διορισθείς συνήγορος. Η δικάσιμος μετά από τη διακοπή αυτή δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από τριάντα (30) ημέρες.
Ο συνήγορος μπορεί να διορίζεται και πριν από τη συνεδρίαση, αν το ζητήσει ο κατηγορούμενος, ακόμα και με απλή επιστολή προς τον εισαγγελέα. Αν κρατεί− ται στις φυλακές, το αίτημά του διαβιβάζεται από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης. Ο εισαγγελέας διορίζει συνήγορο από τον πίνακα και θέτει στη διάθεσή του τη δικογραφία.
Αν ο κατηγορούμενος αρνηθεί την υπεράσπισή του από το διορισμένο συνήγορο, ο πρόεδρος του δικαστη− ρίου διορίζει σε αυτόν άλλο συνήγορο από τον ίδιο πί− νακα. Σε περίπτωση νέας άρνησης του κατηγορουμένου, το δικαστήριο προβαίνει στην εκδίκαση της υπόθεσης του κακουργήματος χωρίς διορισμό συνηγόρου.
Σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβα− ρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει με την ίδια διαδικασία στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο δύο (2) ή τρεις (3) συνηγόρους από τον ίδιο πίνακα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 9565
υπεράσπισή του από το συνήγορο ή τους συνηγόρους που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως με αι− τιολογημένη αίτησή του να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού ενός (1) μόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας.»
Άρθρο 34
Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 478 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται επίσης στον ανήλικο κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών το οποίο τον παρα− πέμπει στο δικαστήριο για έγκλημα που, αν το τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα, για το οποίο επιβάλλεται η ποινή του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτη− σης ανηλίκων, σύμφωνα με το άρθρο 127 παράγραφος 1 του Ποινικού Κώδικα, και μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο.»
Άρθρο 35
Η παρ. 4 του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικο− νομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Αν με την καταδικαστική απόφαση επιβλήθηκε ποι− νή πρόσκαιρης κάθειρξης ή περιορισμός σε ειδικό κατά− στημα κράτησης νέων, η κρίση για το αν η έφεση έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ανήκει στο δικαστήριο που δίκασε. Αυτό, με ειδική αιτιολογία και εφαρμόζοντας τα κριτήρια της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, καθώς και, στις αντίστοιχες περιπτώσεις, λαμβάνοντας πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του ανηλίκου, αποφα− σίζει αμέσως μετά την απαγγελία της απόφασης, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από δήλωση του κατηγο− ρουμένου ότι θα ασκήσει έφεση.»
Άρθρο 36
Η περίπτωση β ́ της παρ. 1 του άρθρου 578 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας καταργείται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΕΡΙ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ
Άρθρο 37
1. Η παρ. 2 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 (Α ́187) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Για την κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα ανάλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ιδίως: α) τις επιπτώσεις του δημοσιεύ− ματος στον αδικηθέντα, καθώς και στο οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον του, β) το είδος, τη φύση, τη σπουδαιότητα, τη βαρύτητα και την απαξία των γεγονότων, πράξεων ή χαρακτηρισμών που του απο− δόθηκαν με το δημοσίευμα, γ) το είδος της προσβολής, που υπέστη, δ) την ένταση του πταίσματος του εναγο− μένου, ε) τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, και στ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.»
2. Η παρ. 5 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 (Α ́ 187) αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Ο αδικηθείς, πριν ασκήσει αγωγή για την προσβο− λή που υπέστη, υποχρεούται να καλέσει με έγγραφη, εξώδικη πρόσκλησή του τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ή
όταν αυτός είναι άγνωστος τον εκδότη ή το διευθυντή σύνταξής του, να αποκαταστήσει την προσβολή με την καταχώριση σε αυτό κειμένου που του υποδεικνύει. Στο κείμενο αυτό προσδιορίζονται και οι λέξεις ή φράσεις που θεωρήθηκαν προσβλητικές και πρέπει να ανακλη− θούν και οι λόγοι για τους οποίους η συγκεκριμένη ανα− φορά υπήρξε προσβλητική. Η αποκατάσταση θεωρείται ότι επήλθε αν ο ιδιοκτήτης του εντύπου, άλλως ο εκδό− της ή ο διευθυντής σύνταξης αυτού, εντός διαστήματος δέκα (10) ημερών ή, σε κάθε περίπτωση, στο αμέσως επόμενο τεύχος: α) ανακαλέσει ρητά την προσβολή με την παραπάνω δημοσίευση, που γίνεται στην ίδια ή, αν δεν υπάρχει αυτή, σε ανάλογη θέση και φύλλο της αντίστοιχης ημέρας κυκλοφορίας της εφημερίδας, που είχε καταχωριστεί η αρχή του επιλήψιμου δημοσιεύμα− τος, και σε έκταση και μέγεθος ανάλογο με το τελευ− ταίο, και β) κοινοποιήσει στον αδικηθέντα το ως άνω δημοσίευμα αποκατάστασης. Η παρέλευση άπρακτου διαστήματος δέκα (10) ημερών ή η μη δημοσίευση στο αμέσως επόμενο τεύχος θεωρείται άρνηση εκ μέρους του ιδιοκτήτη ή εκδότη του εντύπου. Η παράλειψη της παραπάνω διαδικασίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Η αγωγή αποζημίωσης της παραγράφου 2 πρέπει να ασκηθεί εντός έξι (6) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών ή της ρητής αρνητικής απάντησης, εφόσον αυτή έχει δοθεί νωρίτερα, ή από την έκδοση του αμέσως επόμενου τεύχους.
Εάν λάβει χώρα η αποκατάσταση της προσβολής, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν μπορεί να υπάρξει αστι− κή αξίωση κατά την παράγραφο 2. Κατ’ εξαίρεση, όταν το επιλήψιμο δημοσίευμα αφορούσε επικείμενο γεγο− νός μείζονος σημασίας για την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική πρόοδο του αδι− κηθέντος και η αποκατάσταση της σχετικής προσβολής επακολούθησε αυτού, η τελευταία δύναται να θεωρηθεί ως μη πλήρης και διατηρείται η αξίωση ανάλογης χρη− ματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Αν παρά τη δημοσίευση της ανάκλησης έχει αποδεδειγμένα προ− κληθεί στον αδικηθέντα περιουσιακή ζημία που οφείλε− ται στο επιλήψιμο δημοσίευμα, ο ενάγων δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο μόνο για την αξίωση αυτή. Η εκδίκαση της κατά το παρόν άρθρο αγωγής χω− ρεί ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη, καθώς και της τυχόν για οποιονδήποτε λόγο αναβολής ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας που έχει αρχίσει. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται κατά την άσκηση του δικαιώματος επανόρθωσης στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 του Π.δ. 100/2000 (Α ́ 98).».
3. Οι παράγραφοι υπ’ αριθμόν 8 και 9 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 (Α ́ 187) αναριθμούνται σε 9 και 10, αντίστοιχα, και προστίθεται παράγραφος υπ’ αριθμόν 8 σύμφωνα με την οποία:
«8. Εγκλήσεις και αγωγές που υποβάλλονται από έναν ή περισσότερους κατά του ιδίου, αν συνδέονται με φράσεις που θεωρήθηκαν προσβλητικές και περι− λαμβάνονται σε ένα δημοσίευμα, άρθρο, βιβλίο ή άλλο κείμενο, καθώς και σε αρθρογραφία ή εκπομπές του που αφορούν το ίδιο θέμα, συνεκδικάζονται υποχρεω− τικά και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 128, 129 ΚΠΔ και 246 ΚΠολΔ, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα του καθ’ ου.»
9566 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
4. Καταργούνται το τέταρτο και το πέμπτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 2328/1995 (Α ́ 159).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ

Άρθρο 38
Διάθεση κατασχεθέντων, δημευθέντων προϊόντων σε Καταστήματα Κράτησης

Τα κάθε είδους προϊόντα λαθρεμπορίας που κατά− σχονται, δημεύονται ή περιέρχονται ως αζήτητα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία είναι πρό− σφορα για κάλυψη αναγκών κρατουμένων, μπορούν να διατίθενται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Εθνι− κού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001), σε Καταστήματα Κράτησης για τις ανάγκες των άπορων κρατουμένων.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων καθορίζεται η διαδικασία και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης.
Άρθρο 39 Τροποποίηση του Π.δ. 62/2014
Αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 7 του Π.δ. 62/ 2014, ως εξής:
«1. Ο θεσμός της ηλεκτρονικής επιτήρησης θα εφαρ− μοσθεί πιλοτικά για χρονικό διάστημα μέχρι δεκαοκτώ (18) μηνών και θα αφορά: α) έως πενήντα (50) κρατουμέ− νους που έχουν καταδικαστεί σε ποινή πρόσκαιρης κά− θειρξης και εκτίουν αυτήν στα Καταστήματα Κράτησης Διαβατών Θεσσαλονίκης, Νιγρίτας Σερρών, Τρικάλων, Κομοτηνής και Γρεβενών, οι οποίοι δηλώνουν μόνιμη κατοικία στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης. Στους κρατούμενους αυτούς θα εφαρμοστεί σύστημα παρακολούθησης της παραμονής τους στην κατοικία τους και της κίνησής τους εκτός αυτής. β) Έως πενήντα (50) κρατουμένους που έχουν καταδικαστεί σε ποινή περιορισμού και εκτίουν αυτήν στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα ή κρατούμενες που έχουν κα− ταδικαστεί σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης και εκτίουν αυτήν στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελαιώνα Θη− βών, οι οποίοι δηλώνουν μόνιμη κατοικία στην Περιφε− ρειακή Ενότητα Αττικής, εξαιρουμένων των νήσων που υπάγονται σε αυτήν. Στους κρατούμενους αυτούς θα εφαρμοστεί σύστημα παρακολούθησης της παραμονής τους στην κατοικία τους και της κίνησής τους εκτός αυτής. γ) Έως εκατό (100) υποδίκους για εγκλήματα, η ανάκριση των οποίων υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου Αθηνών, του Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δηλώνουν μόνιμη κατοικία στην Περιφερειακή Ενότητα Αττικής, εξαιρουμένων των νήσων που υπάγονται σε αυτήν ή την Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης. Στους υποδί− κους αυτούς θα εφαρμοστεί σύστημα παρακολούθησης της παραμονής τους στην κατοικία τους. Στον ως άνω αριθμό συμπεριλαμβάνονται και οι υπαγόμενοι στην παράγραφο 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα, οι οποίοι δηλώνουν κατοικία στην Περιφερειακή Ενότητα Αττικής, για να εφαρμοστεί σύστημα παρακολούθησης παραμονής στην κατοικία τους. Στον ίδιο αριθμό συ− μπεριλαμβάνονται και υπόδικοι ή κατάδικοι φοιτητές και σπουδαστές Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων,
που εδρεύουν στην Περιφερειακή Ενότητα Αττικής, στους οποίους χορηγείται άδεια με ηλεκτρονική επι− τήρηση, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα. δ) Έως 50 υποδίκους για εγκλήματα που επισύρουν ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης ή καταδίκους που έχουν καταδικαστεί σε ποινή πρό− σκαιρης κάθειρξης και κρατούνται και νοσηλεύονται, για ασθένειες που προβλέπονται στο άρθρο 105 παράγρα− φος 7 ΠΚ, στο νοσοκομείο κρατουμένων Κορυδαλλού, οι οποίοι δηλώνουν μόνιμη κατοικία στην Περιφερειακή Ενότητα Αττικής, εξαιρουμένων των νήσων που υπάγο− νται σε αυτήν. Στους υπόδικους αυτούς θα εφαρμοστεί σύστημα παρακολούθησης της παραμονής τους στην κατοικία τους.»
Άρθρο 40
Σύσταση της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Σωφρονιστικού Κώδικα

Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων συνιστάται τριμελής επι− τροπή για την αναμόρφωση του Σωφρονιστικού Κώδικα. Η επιτροπή θα επεξεργαστεί το υπάρχον σχέδιο της ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που συστά− θηκε με την υπ’ αριθμ. 27791/17.3.2010 (Υ.Ο.Δ.Δ. 96/2010) απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθώς και τις υποβληθείσες Αιτιολογική Έκθεση και Έκθεση Αξιολό− γησης Συνεπειών Ρυθμίσεων. Το σχέδιο που συντάσσει η επιτροπή υποβάλλεται για κύρωση στην Ολομέλεια της Βουλής κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 76 του Συντάγματος. Η επιτροπή συγκροτείται από εισαγγελικό λειτουργό και μέλη ΔΕΠ Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυ− μάτων. Καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται με την ίδια απόφαση σε υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων.
Άρθρο 41
Ενίσχυση αγροτικών φυλακών

1. Στα αγροτικά καταστήματα κράτησης και την Κε− ντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών (Κ.Α.Υ.Φ.) δύνανται να μετάγονται κατάδικοι κρατούμενοι, ικανοί για εργασία, ανεξαρτήτως αδικήματος, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών, μετά από πρόταση του Συμβου− λίου Φυλακής και εφόσον:
(α) Έχουν καταδικαστεί σε ποινή ή συνολικές ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) έτη.
(β) Έχουν καταδικαστεί σε ποινή ή συνολικές ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης άνω των δέκα (10) ετών, έχουν εκτίσει πραγματικά το ένα πέμπτο (1/5) της ποινής τους και τους έχει χορηγηθεί τουλάχιστον μία (1) τακτική άδεια τους όρους της οποίας έχουν τηρήσει.
(γ) Έχουν καταδικαστεί σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, έχουν εκτίσει πραγματικά οκτώ (8) έτη και τους έχει χορηγηθεί τουλάχιστον μία (1) άδεια τους όρους της οποίας έχουν τηρήσει.
2. Κρατούμενοι των κατηγοριών (β) και (γ) οι οποίοι δεν λαμβάνουν τακτική άδεια γιατί δεν έχουν υποστηρικτικό περιβάλλον, ενώ πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, δύνανται να μετάγονται με απόφαση της Κεντρι− κής Επιτροπής Μεταγωγών σε αγροτικά καταστήματα κράτησης, μετά από πρόταση του Συμβουλίου Φυλακής.
3. Οι φορείς του Δημόσιου Τομέα, δύνανται να προβαί− νουν σε απευθείας ανάθεση, κατόπιν διαπραγμάτευσης, προμήθειας αγαθών ή προϊόντων σε καταστήματα κρά−
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 9567
τησης που διαθέτουν αγροτικές ή βιοτεχνικές μονάδες εργασίας, στις οποίες απασχολούνται κρατούμενοι με ευ− εργετικό υπολογισμό ημερών ποινής λόγω εργασίας, σύμ− φωνα με τις οικείες διατάξεις του Σωφρονιστικού Κώδικα.
4. Καταργείται η υπουργική απόφαση 63021 (Β ́ 2124 /2012) και κάθε προηγούμενη σχετική υπουργική από− φαση.
Άρθρο 42
Εξ αποστάσεως φοίτηση κρατουμένων σε ΑΕΙ/ΤΕΙ με ηλεκτρονική επιτήρηση

Η παρ. 1 του άρθρου 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα (ν. 2776/1999), όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρο 11 του ν. 4312/2014 (Α ́ 260), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται για τη φοίτηση κρατουμένων σε σχολές όλων των βαθμίδων της εκ− παίδευσης, εφόσον στην περιοχή φοίτησης λειτουργεί αντίστοιχο προς την κατηγορία στην οποία ανήκουν οι ενδιαφερόμενοι κατάστημα κράτησης. Η άδεια χορηγεί− ται από το Συμβούλιο του άρθρου 70 παράγραφος 1 του παρόντος με τις προϋποθέσεις και κατά τη διαδικασία του άρθρου 55 παράγραφος 1 περίπτωση γ ́, παράγρα− φοι 2 και 3 του παρόντος. Για τους υποδίκους απαιτεί− ται και η σύμφωνη γνώμη του δικαστικού οργάνου που διέταξε την προσωρινή κράτηση. Εάν το Συμβούλιο του άρθρου 70 παράγραφος 1 του παρόντος αποφαίνεται υπέρ της χορήγησης της άδειας, αλλά υπάρχει αρνητική γνώμη του δικαστικού οργάνου που διέταξε την προσω− ρινή κράτηση, ο κρατούμενος δικαιούται να προσφύγει στο Δικαστήριο Εκτέλεσης Ποινών ως συμβούλιο, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης. Η διάταξη του άρθρου 56 παράγραφος 3 του παρόντος εφαρμόζεται ανάλογα. Η φοίτηση καταδίκων και υποδίκων φοιτητών και σπουδαστών Ανωτάτων Εκ− παιδευτικών Ιδρυμάτων, που δεν έχουν λάβει την ως άνω άδεια, μπορεί να γίνεται και με παρακολούθηση μαθημάτων εξ αποστάσεως. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας και Θρησκευμάτων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιω− μάτων, καθορίζονται οι προϋποθέσεις, ο τρόπος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εξ αποστάσεως παρακολούθηση των μαθημάτων και των εργαστηρίων, καθώς και η συμμετοχή στις εξετάσεις των ανωτέρω φοιτητών ή σπουδαστών, σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών της σχολής στην οποία φοιτούν. Στους ίδιους φοιτητές και σπουδαστές, εφόσον έχουν με επιτυχία παρακολουθήσει το ένα τρίτο (1/3) των μαθημάτων και εργαστηρίων, κατά τους όρους που ορίζονται με την κοινή υπουργική απόφαση του προηγούμενου εδαφί− ου επί ένα ακαδημαϊκό εξάμηνο, μπορεί να χορηγείται άδεια με ηλεκτρονική επιτήρηση, χωρίς περιορισμούς του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.»
Άρθρο 43
Τροποποίηση του άρθρου 13 του ν. 3772/2009

1) Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3772/2009 η φράση «στελέχωση με ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό» αντικαθίσταται ως εξής: «στε− λέχωση με ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό επιστημονικό προσωπικό».
2) Η παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 3772/2009 αντικαθί− σταται ως εξής:
«2. Με διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας, Δικαιοσύνης, Δια− φάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συναρμόδιων Υπουργών, καθορίζονται η διάρθρωση και ο τρόπος λειτουργίας των ανωτέρω Θεραπευτικών Καταστημά− των, η λειτουργία τυχόν παραρτημάτων για γυναίκες και νεαρούς κρατουμένους, η σύνδεση με συγκεκριμένο νοσοκομείο του Ε.Σ.Υ., τα θέματα πρόβλεψης οργανικών θέσεων, μεταφοράς και κατάταξης του υπηρετούντος ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού επιστημονικού προ− σωπικού, η καταβολής της μισθοδοσίας τους, κάλυψης κενών θέσεων, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτο− μέρεια.»
Άρθρο 44
Ενίσχυση Σωφρονιστικής Διοίκησης

1) Μετά την παρ. 4 του άρθρου 13 του Π.δ. 101/2014 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Τον Γενικό Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτι− κής στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του ως προς τα Καταστήματα Κράτησης επικουρεί Αυτοτελές Γραφείο Συντονισμού Φυλακών, με τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Παροχή εμπεριστατωμένων εισηγήσεων και διαμόρ− φωση προτάσεων. β) Διασφάλιση συνθηκών οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ των Καταστημάτων Κράτησης και λοιπών φορέων της Δημόσιας Διοίκησης. γ) Ανάληψη πρωτοβουλιών για την επίλυση προβλημάτων λειτουρ− γίας και τη διαχείριση κρίσεων. Στο Αυτοτελές Γρα− φείο προΐσταται υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ που, κατά προτίμηση, ασκεί ή έχει ασκήσει καθήκοντα Διευθυντή σε Κατάστημα Κράτησης ή στην Κεντρική Υπηρεσία («Συντονιστής Φυλακών») και υπηρετούν έως δύο (2) υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας ή Καταστήματος Κράτησης.»
2) Η παρ. 1 του άρθρου 32 του Π.δ. 101/2014 αντικαθί− σταται ως εξής:
«1. Στη Γενική Διεύθυνση Διοίκησης, Δικαιοσύνης, Δια− φάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προΐσταται υπάλ− ληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού. Στη Γενική Διεύθυνση Αντεγκληματικής και Σωφρονιστικής Πολιτικής προΐσταται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικη− τικού – Οικονομικού ή ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων, της Κεντρικής Υπηρεσίας ή των Καταστημάτων Κράτησης.»
Άρθρο 45
Θέματα εξωτερικής φρουράς Καταστημάτων Κράτησης

1. Τα οχήματα που χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της υπηρεσίας εξωτερικής φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης, καθώς και οι οδηγοί αυτών, υπάγονται στις ίδιες διατάξεις που ισχύουν για τα υπηρεσιακά οχήματα της Ελληνικής Αστυνομίας και τους οδηγούς αυτών, όσον αφορά στους περιορισμούς στον κυβισμό του κι− νητήρα τους, τον εφοδιασμό με συσκευές περιορισμού ταχύτητας και την υποχρέωση των οδηγών αυτών για απόκτηση Πιστοποιητικού Επαγγελματικής Ικανότητας. Εξαιρούνται δε, από τις γενικότερες διατάξεις που ισχύ− ουν για τα λοιπά οχήματα του δημοσίου και υπάγονται στην κατηγορία των οχημάτων άμεσης ανάγκης.
2. Υπάλληλος του κλάδου ΔΕ Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης δύναται να εκτελεί παρεμφερή καθήκοντα εκτός των κυρίως χώρων κράτησης, τα οποία του ανα− θέτει ο Προϊστάμενος Διεύθυνσης του Καταστήματος
9568 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
Κράτησης ύστερα από πρόταση του Προϊσταμένου του Τμήματος Εξωτερικής Φρούρησης, για όσο χρόνο δεν του χορηγείται ή του αφαιρείται ο υπηρεσιακός οπλισμός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Άρθρο 46
1. Η περίπτωση γ ́ της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 1756/ 1988 (Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών) αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) Των εφετείων, των εφετείων ανηλίκων και των μεικτών ορκωτών Εφετείων Δωδεκανήσου, Ναυπλίου, Λαμίας, Καλαμάτας, Ευβοίας, Κρήτης, Ανατολικής Κρή− της, Αιγαίου, Βορείου Αιγαίου, Λάρισας, Θράκης, Δυτικής Μακεδονίας, Κέρκυρας, Ιωαννίνων και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ο δικαστής ο οποίος διευθύνει το εφετείο: αα) των Αθηνών για τα πέντε πρώτα, ββ) του Πειραιώς για τα τέσσερα αμέσως επόμενα, γγ) της Θεσσαλονίκης για τα πέντε αμέσως επόμενα και δδ) των Πατρών για το τελευταίο παραγγέλλει να μεταβούν από το εφετείο για τη σύνθεση δικασίμων όσοι εφέτες χρειάζονται».
2. Η περίπτωση Βα ́ του άρθρου 17 του ν. 1756/1988, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 περίπτωση 1 του ν. 4312/2014 (Α ́ 260) καταργείται.
3. Η παρ. 1 του άρθρου 99 του ν.1756/1988 (Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης είναι:
α) ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρω− πίνων Δικαιωμάτων για όλους τους δικαστικούς λει− τουργούς,
β) ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και ο αρχαιότερος από τους κληρωθέντες, κατά το άρθρο 82, στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, αντιπροέδρους (τακτικούς και αναπληρωματικούς), για τους παρέδρους, τους ει− σηγητές και τους δόκιμους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας,
γ) ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και ο αντιπρόεδρος που προεδρεύει στο Συμβούλιο Επιθεώ− ρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για τους δικαστικούς λειτουργούς των διοικητικών δικαστηρίων,
δ) ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο προϊστάμενος της επιθεώρησης για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών−ποι− νικών δικαστηρίων, εκτός από τα μέλη του Αρείου Πάγου,
ε) ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ο αρ− χαιότερος από τους κληρωθέντες, κατά το άρθρο 82, στο Συμβούλιο Επιθεώρησης, αντιπροέδρους (τακτικούς και αναπληρωματικούς), για τους παρέδρους, τους ει− σηγητές και τους δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
στ) ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του εφετείου ή ο πρόεδρος του εφετείου (πολιτικού ή διοικητικού) για τους προέδρους πρωτοδικών, πρω− τοδίκες, παρέδρους, ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες,
ζ) ο εισαγγελέας εφετών ή ο προϊστάμενος της ει− σαγγελίας εφετών για τους εισαγγελείς, αντεισαγγελείς πρωτοδικών και παρέδρους της εισαγγελίας.»
Άρθρο 47
Από 1η Ιανουαρίου 2016 οι οργανικές θέσεις των δι− καστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιο−
σύνης αυξάνονται ως ακολούθως : α) των εφετών κατά δέκα (10) οριζομένου του συνολικού αριθμού αυτών σε τετρακόσια εξήντα (460) και β) των αντεισαγγελέων εφετών κατά πέντε (5) οριζομένου του συνολικού αριθ− μού αυτών σε εκατόν τριάντα πέντε (135).
Άρθρο 48
1. Το εδάφιο β ́ της παρ. 5 του άρθρου 22 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων του ν. 2812/2000 (Α ́ 67) αντικα− θίσταται ως εξής:
«Εκλόγιμοι είναι οι δικαστικοί υπάλληλοι με τουλάχι− στον Γ ́ βαθμό.»
2. Η παρ. 7 του άρθρου 22 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων του ν. 2812/2000 (Α ́ 67) αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Χρέη γραμματέα των παραπάνω συμβουλίων ασκεί δικαστικός υπάλληλος με τουλάχιστον Γ ́ βαθμό.»
3. Το άρθρο 70 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 70
Προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων τοποθετούνται δικαστικοί υπάλληλοι σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα. Ως οργανικές μονάδες νοούνται η γε− νική διεύθυνση, η διεύθυνση και το τμήμα.»
4. Ο τίτλος του άρθρου 72 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων του ν. 2812/2000 (Α ́ 67) αντικαθίσταται ως εξής:
«Επιλογή προϊσταμένων διευθύνσεων και τμημάτων».
5. Το εδάφιο α ́ της παρ. 1 του άρθρου 72 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων του ν. 2812/2000 (Α ́ 67) αντικα− θίσταται ως εξής:
«Ως προϊστάμενοι διευθύνσεων επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου τομέα κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ με τουλάχιστον Β ́ βαθμό».
6. Η παρ. 2 του άρθρου 72 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων του ν. 2812/2000 (Α ́ 67) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Αν δεν υπάρχουν δικαστικοί υπάλληλοι με βαθμό τουλάχιστον Β ́ που έχουν υποβάλει αίτηση υποψηφιό− τητας ή αν είναι λιγότεροι από τον απαιτούμενο κατά την παράγραφο 4 αριθμό κρινομένων, κρίνονται προς επιλογή και δικαστικοί υπάλληλοι με βαθμό Γ ́. Εάν ο αριθμός των προηγουμένων δεν επαρκεί, κρίνονται προς επιλογή και δικαστικοί υπάλληλοι της ΔΕ κατηγορίας με βαθμό Β ́ ή Γ ́, προηγουμένων εξ αυτών όσων έχουν περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στους βαθμούς αυτούς.»
7. Η παρ. 3 του άρθρου 72 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων του ν. 2812/2000 (Α ́ 67) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Ως προϊστάμενοι τμημάτων επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου δικαστηρίου, εισαγγελίας ή υπη− ρεσίας, κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ με βαθμό τουλάχιστον Β ́. Αν δεν υπάρχουν δικαστικοί υπάλληλοι με το βαθμό αυτόν ή αν ο αριθμός τους δεν είναι επαρκής, κρίνονται προς επιλογή και δικαστικοί υπάλληλοι με βαθμό Γ ́ που υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας, προηγουμένων εξ αυτών όσων έχουν περισσότερο χρόνο υπηρεσίας, ώστε να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος κατά την παράγραφο 4 αριθμός κρινομένων.»
8. Στη διάταξη της παρ. 2Γ του άρθρου 12 του ν. 4229/ 2014 (Α ́ 8), μετά το εδάφιο α ́, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 9569
«Η ισχύς των πινάκων κατάταξης κατά σειρά επιτυ− χίας των υποψηφίων που συμμετείχαν στο διαγωνισμό για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων, η οποία προκηρύχτηκε με την υπ αριθμ. 5223/23.1.2009 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (Α.Σ.Ε.Π. 23) παρατείνεται έως τις 30.6.2016.»
9. Το άρθρο 15 του ν. 4315/2014 (Α ́ 269) καταργείται.
Άρθρο 49
Η μεταβατική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 165 «Μεταβατικές και τελικές διατάξεις» του ν. 4194/2013 «Κώδικας Δικηγόρων» καταργείται.
Άρθρο 50
1. Η παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 2830/2000 «Κώδικας Συμβολαιογράφων» καταργείται.
2. Το όγδοο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 25 του ν. 2830/2000 «Κώδικας Συμβολαιογράφων» αντικαθίσταται ως εξής:
«Επιτυχόντες θεωρούνται εκείνοι που έλαβαν βαθμό μεγαλύτερο ή ίσο με δέκα (10) μονάδες σε κάθε μάθη− μα. Οι ανωτέρω υποβάλλουν αίτηση προτίμησης για το διορισμό τους σε κενές έδρες συμβολαιογράφων ανε− ξαρτήτως ειρηνοδικειακής περιφέρειας και διορίζονται με σειρά προτεραιότητας ανάλογα με τη βαθμολογία τους».
3. Η παρ. 8 του άρθρου 25 του ν. 2830/2000 «Κώδικας Συμβολαιογράφων» αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Σε περίπτωση ισοβαθμίας επιτυχόντων για την ίδια έδρα συμβολαιογράφου διενεργείται κλήρωση.»
Άρθρο 51
Η παρ. 4 του άρθρου 5 του Κανονιστικού Διατάγμα− τος της 19/23 Ιουλίου 1941 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των αναγκαστικών νό− μων 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940 «περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους»» αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Σε περίπτωση οριστικής αποχώρησης ή θανάτου ει− δικού άμισθου υποθηκοφύλακα ή συμβολαιογράφου που εκτελεί έργα υποθηκοφύλακα, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, η λειτουργία του υποθηκοφυλακείου ανατί− θεται σε συμβολαιογράφο της έδρας του Ειρηνοδικείου με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του αρμόδιου Πρωτοδικείου. Αν στην ίδια ειρηνοδικειακή περιφέρεια υπηρετούν περισσότε− ροι του ενός συμβολαιογράφοι, η επιλογή γίνεται με κριτήριο την αρχαιότητα, άλλως τα έτη προηγούμενης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατόπιν αιτήματος του οικείου Συμ− βολαιογραφικού Συλλόγου η ανάθεση μπορεί να γίνει και εκ περιτροπής σε όλους τους συμβολαιογράφους της ειρηνοδικειακής περιφέρειας. Μέχρις ότου αναλάβει τα καθήκοντά του ο συμβολαιογράφος που ορίστηκε με την ανωτέρω διαδικασία τη λειτουργία του υποθη− κοφυλακείου αναλαμβάνει ο αρχαιότερος συμβολαιο− γράφος της ειρηνοδικειακής περιφέρειας με πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης ή του Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο. Οι συμβολαιογράφοι που εκτελούν έργα υποθηκοφύλακα δεν βαρύνονται με τις οφειλές που ανάγονται στο προηγούμενο της ανάληψης της υπηρεσίας τους διάστημα.
Ο συμβολαιογράφος στον οποίο ανατέθηκαν προσω− ρινά τα έργα του υποθηκοφύλακα, δύναται να υποβάλει αίτηση παραίτησης στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφά− νειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αποδοχή ή μη της αίτησης αυτής, καθώς και ο ορισμός νέου αναπλη− ρωτή γίνονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά από σύμφωνη γνώμη της Ολομέλειας του οικείου Πρωτοδι− κείου. Ο συμβολαιογράφος στον οποίο ανατέθηκαν κα− θήκοντα, σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δύναται να παραιτηθεί και η αποδοχή ή μη της αίτησης παραίτησής του, καθώς και ο ορισμός του επόμενου σε σειρά αρχαιότητας συμβολαιογράφου ως αναπληρωτή υποθηκοφύλακα, γίνεται από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης ή τον Διευθύνοντα το Πρωτοδικείο. Η υποβολή αίτησης παραίτησης δεν αναστέλλει την ισχύ της πράξης διορισμού.»
Άρθρο 52
Στο τέλος του άρθρου 4 του ν. 724/1977 (Α ́ 299) προ− στίθεται διάταξη ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να μεταφέρονται οργανικές θέσεις μεταξύ των έμμισθων υποθηκοφυλα− κείων και κτηματολογικών γραφείων για την εξυπηρέ− τηση υπηρεσιακών αναγκών».
Άρθρο 53
1. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 13 του ν. 2993/2002 «Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Οργανισμού Δι− καστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (κ.ν. 1756/1988) και του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (κ.ν. 2812/2000) και άλλες διατάξεις» (Α ́ 58 ) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφά− νειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκηρύσσεται δι− αγωνισμός για την κάλυψη κενών θέσεων ειδικών Αμί− σθων Υποθηκοφυλάκων.»
2. Οι παράγραφοι 3 έως 6 του άρθρου 13 του ν. 2993/2002 αναριθμούνται σε 2, 3, 4 και 5 αντίστοιχα και η παράγραφος 7 του ίδιου άρθρου καταργείται.
3. Η περίπτωση δ ́ της αναριθμημένης παρ. 4 του άρ− θρου 13 του ν. 2993/2002 αντικαθίσταται ως εξής:
«δ) πτυχίο Νομικού Τμήματος Νομικής Σχολής και βαθ− μό Α ́, Β ́ ή Γ ́ υπαλλήλου έμμισθου υποθηκοφυλακείου».
Άρθρο 54
Το άρθρο 3 του ν.δ. 811/1971 «Περί τροποποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων του α.ν. 153/1967 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 19/23 Ιουλίου 1941 Κανονιστικού Διατάγματος «περί Οργανι− σμού Υποθηκοφυλακείων του Κράτους»» (Α ́9), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 3
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται έπειτα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών και μετά από γνωμοδότηση της Ολομέλειας του οικείου Πρωτοδικεί− ου δύναται, σε περίπτωση θανάτου ή για οποιονδήποτε λόγο οριστικής αποχώρησης από την υπηρεσία ειδικού
9570 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
άμισθου Υποθηκοφύλακα, να συγχωνευθεί το άμισθο υποθηκοφυλακείο με όμορο έμμισθο ή άμισθο υποθη− κοφυλακείο της ίδιας ειρηνοδικειακής ή πρωτοδικειακής περιφέρειας, ή να μετατραπεί σε έμμισθο.
Η Ολομέλεια του Πρωτοδικείου γνωμοδοτεί και για την έδρα του υποθηκοφυλακείου που προκύπτει από τη συγχώνευση, η οποία ορίζεται στο ανωτέρω προεδρικό διάταγμα. Ο υποθηκοφύλακας ασκεί τα καθήκοντά του στη νέα έδρα του υποθηκοφυλακείου.
Με την ανωτέρω διαδικασία δύναται να συγχωνευθεί έμμισθο υποθηκοφυλακείο με όμορο έμμισθο υποθη− κοφυλακείο, καθώς και μη ειδικό υποθηκοφυλακείο με όμορο έμμισθο ή άμισθο υποθηκοφυλακείο.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 55
Πρόσωπα του ίδιου ή άλλου φύλου τα οποία έχουν τε− λέσει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης που προβλέπεται από το δίκαιο του τόπου τέλεσής του, με μέλη διπλωματικών αποστολών, μέλη έμμισθων προξενικών αρχών, καθώς και υπαλλήλους διεθνών οργανισμών που έχουν την Έδρα τους ή Γραφείο στην Ελλάδα, θεωρούνται μέλη της οικογένειας αυτών για τους σκοπούς της εφαρμο− γής της Σύμβασης της Βιέννης για τις Διπλωματικές Σχέσεις, της Σύμβασης της Βιέννης για τις Προξενικές Σχέσεις, και των κατά περίπτωση Συμφωνιών Έδρας και συναφών διεθνών συμφωνιών, αντιστοίχως, εφόσον έχουν ανακοινωθεί καταλλήλως από το Κράτος απο− στολής ή τον διεθνή οργανισμό.
Άρθρο 56
Ληξιαρχικές και δημοτολογικές ρυθμίσεις

1. Στην παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 344/1976 (Α ́ 143), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, η φράση «ετερόφυλων προσώπων» διαγράφεται.
2. Η παρ. 6 του άρθρου 42 του ν. 344/1976 (Α ́143), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Σύμφωνο συμβίωσης που έχει καταρτιστεί ενώπιον Έλληνα προξένου ανάμεσα σε δύο συμβαλλομένους εκ των οποίων ο ένας τουλάχιστον έχει την ελληνική ιθαγένεια, δύναται να καταχωρισθεί στο ληξιαρχικό βιβλίο συμφώνου συμβίωσης που τηρείται στην ίδια προξενική αρχή.»
3. Οι παράγραφοι 6, 7 και 8 του άρθρου 29 του ν. 3801/2009 καταργούνται.
Σύμφωνα συμβίωσης που έχουν καταρτιστεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος εξακολουθούν να διέπο− νται από το προϊσχύον καθεστώς, εκτός αν τα συμ− βαλλόμενα μέρη επιλέξουν να υπαχθούν συνολικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου, κατά τους όρους της παραγράφου 1 του άρθρου 62.
4. Στο Π.δ. 497/1991 (Α ́ 180) προστίθεται άρθρο 1Α, ως εξής:
«Άρθρο 1Α
Η σύναψη συμφώνου συμβίωσης, το οποίο καταρτί− ζεται με συμβολαιογραφική πράξη και καταχωρείται στο οικείο Ληξιαρχείο, συνεπάγεται δημιουργία κοινής οικογενειακής μερίδας των συμβιούντων προσώπων, με αναλογική εφαρμογή των δημοτολογικών διατάξεων που αφορούν τους συζύγους και τα τέκνα αυτών.»
5. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοι−
κητικής Ανασυγκρότησης ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια που αφορά την αποτύπωση της ληξιαρχικής και δημο− τολογικής κατάστασης των προσώπων που συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης και των τέκνων αυτών σύμφωνα με τους όρους του παρόντος νόμου. Η ισχύς των πα− ραγράφων 1 και 2 του παρόντος αρχίζει έναν (1) μήνα μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ η ισχύς των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος αρχίζει έξι (6) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 57
Η παρ. 10 του άρθρου 30 του ν. 4251/2014 αντικαθί− σταται ως εξής:
«10. Περιουσία που αποτελεί προϊόν της εγκληματικής δραστηριότητας του παρόντος άρθρου, καθώς και των παραγράφων 5, 6 και 8 του άρθρου 29 ή που αποκτήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από προϊόν τέτοιας εγκληματι− κής δραστηριότητας ή περιουσία που χρησιμοποιήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, ή προορίζονταν να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της παραπάνω εγκληματικής δρα− στηριότητας κατάσχεται και μπορεί να δημευθεί με την καταδικαστική απόφαση, αν ανήκει στον αυτουργό ή σε οποιονδήποτε από τους συμμετόχους. Αν το δι− καστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι η δήμευση που θα επιβληθεί στον καταδικασθέντα θα αποστερήσει τον ίδιο ή τρίτους, ιδίως την οικογένειά του, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους και ότι υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθω− τη βλάβη, δεν επιβάλλει αυτήν. Η απόδοση περιουσίας στον ιδιοκτήτη της γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 310 παράγραφος 2 και 373 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Σε περίπτωση που η περιουσία ή το προϊόν κατά το πρώτο εδάφιο υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και δεν είναι δυνατόν να κατασχεθεί, κατάσχο− νται και δημεύονται υπό τους όρους του ίδιου εδαφίου περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας προς εκείνη της προ− αναφερθείσας περιουσίας ή του προϊόντος.»
Άρθρο 58
1. Στην παρ. 10 του άρθρου 1 του Κεφαλαίου Α ́ του ν. 4336/2015 (Α ́ 94) που εισάγεται με το άρθρο 2, πα− ράγραφος Α ́«Ρυθμίσεις Θεμάτων Αρμοδιότητας Υπουρ− γείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού», υποπαράγραφος Α.4. «Τροποποιήσεις του ν. 3869/ 2010», αντικαθίσταται η φράση «του ν. 3859/2010» με τη φράση «του ν. 3869/2010».
2. Στο άρθρο 3 του Κεφαλαίου Α ́ του ν. 4336/2015 (Α ́ 94) που εισάγεται με το άρθρο 2, παράγραφος Α ́: «Ρυθ− μίσεις Θεμάτων Αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού», υποπαράγραφος Α.4.«Τροποποιήσεις του ν. 3869/2010», αντικαθίσταται η φράση «του ν. 3859/2010» με τη φράση «του ν. 3869/ 2010».
Άρθρο 59
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να ανατίθενται κα− θήκοντα φύλαξης του κτιρίου της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου σε προσωπικό του κλάδου ΔΕ Φύλαξης.
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 9571
Άρθρο 60
Κατά παρέκκλιση από τη διάταξη της παρ. 4 του άρ− θρου 31 του ν. 3689/2008 (Α ́ 164) «Εθνική Σχολή Δικαστι− κών Λειτουργών και άλλες διατάξεις», όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 παρ.7 του ν. 3910/2011, η διάρκεια της δοκιμαστικής υπηρεσίας των δοκίμων δικαστικών λειτουργών (παρέδρων πρωτοδικεί− ου και εισαγγελίας) που διορίστηκαν από τους σπουδα− στές της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών των κατευθύνσεων της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και των εισαγγελέων, οι οποίοι προέρχονται από το διαγωνισμό του έτους 2013, που είχε προκηρυχθεί με την υπ’ αριθμ. 56926/9.7.2013 (Γ ́ 718) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (20ή εκπαιδευτική σει− ρά), όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις: α) 65270/7.8.2013 (Γ ́901) και β) 73858/27.9.2013 (Γ ́1093) κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφά− νειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ορίζεται σε οκτώ (8) μήνες.
Άρθρο 61
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Δικαιοσύ− νης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μπορεί να συστήνονται θέσεις ιατρών στα δικαστήρια της χώρας. Οι διοικητές των Υγειονομικών Περιφερειών έχουν την αρμοδιότητα να επιλέξουν το ιατρικό προσωπικό που θα στελεχώσει τα ιατρεία των δικαστηρίων της χώρας.
Άρθρο 62 Μεταβατικές διατάξεις
1. Με εξαίρεση τις ρυθμίσεις που ακολουθούν, τα σύμφωνα συμβίωσης που έχουν καταρτιστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου εξακολουθούν να διέπονται από το ν. 3719/2008. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 7 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στα σύμφωνα αυτά. Τα μέρη έχουν δικαίωμα να υπαχθούν συνολικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου με συμβολαιογραφική πράξη. Αντίγραφο της πράξης καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου, όπου είχε καταχωριστεί και η σύσταση του συμφώνου.
2. Σύμφωνα συμβίωσης που καταρτίζονται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου διέπονται απο− κλειστικά από τις διατάξεις αυτού.
3. Υποθέσεις, οι οποίες με τις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται πλέον στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς δικαστηρίου ανηλίκων, εάν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει γίνει επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί, ενώ εάν δεν έχει γίνει τέτοια επίδοση καταλαμβάνονται από τις νέες διατάξεις και εκδικάζο− νται από το μονομελές δικαστήριο ανηλίκων.
Άρθρο 63
Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4022/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διακοπή της δίκης για δέκαπέντε (15) το πολύ ημέρες. Αν μετά τη διακοπή, δεν μπορεί να συνεχισθεί η δίκη για οποιονδήποτε λόγο, αναβάλλεται και προσδιορίζεται σε ημέρα που δεν απέχει περισσό− τερο από δύο (2) μήνες.»
Άρθρο 64
Στο άρθρο 56 του ν. 4342/2015 (A ́ 143) προστίθεται στο τέλος του δευτέρου εδαφίου η φράση «είτε στην Περιφέρεια».
Άρθρο 65
1. Στις περιπτώσεις πράξεων κακουργηματικού χαρα− κτήρα, που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Εισαγγε− λέα Οικονομικού Εγκλήματος ή του Εισαγγελέα Εγκλη− μάτων Διαφθοράς, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του άρθρου 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εφόσον το αποδεικτικό μέσο αφορά πληροφορίες ή στοιχεία, στα οποία οι ανωτέρω εισαγγελείς έχουν δικαίωμα πρόσβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α παρ. 8 εδάφιο α ́ του ν. 2523/1997 και του άρθρου 2 παρ. 5 εδάφιο α ́ του ν. 4022/2011.
2. Η χρήση του παραπάνω αποδεικτικού μέσου κατά την παραπομπή και τη δίκη γίνεται δεκτή εφόσον κριθεί αιτιολογημένα ότι: α) η βλάβη που προκαλείται με την κτήση του είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος, τη σπουδαιότητα και την έκταση από τη βλάβη ή τον κίνδυνο που προκάλεσε η ερευνώμενη πράξη, β) η από− δειξη της αλήθειας θα ήταν διαφορετικά αδύνατη και γ) η πράξη με την οποία το αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε δεν προσβάλλει την ανθρώπινη αξία.
Άρθρο 66
1. Η παρ. 22 της υποπαραγράφου Γ.3. της παρ. Γ ́ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α ́ 94) τροποποιείται ως εξής: «22. Από 1.4.2016, οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στον Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007) ως αρμοδιότητες του συνδίκου, του μεσολαβητή, του ειδικού εντολοδόχου και του ειδικού εκκαθαριστή θα ασκούνται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, ύστερα από καταχώρη− ση σε επαγγελματικό μητρώο, θα έχει το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα του διαχειριστή αφερεγγυότητας. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, καθορίζονται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την πρόσβαση στο επάγγελμα, ο τρόπος οργάνωσης του επαγγέλματος, ο διορισμός και η παύση του διαχειριστή, η εποπτεία του, οι επιμέρους αρμοδιότητές του σε σχέση με τις προβλεπόμενες διαδικασίες του Πτωχευτικού Κώδι− κα, μαζί με την ευθύνη και τις κυρώσεις από τη μη άσκησή τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση μεταβα−
τικού χαρακτήρα, ιδίως για τις εκκρεμείς διαδικασίες.» 2. Η παρ. 23 της υποπαραγράφου Γ.3. της παρ. Γ ́ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α ́ 94) τροποποιείται ως εξής: «23. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 22 ανωτέρω, η παρούσα υποπαράγραφος Γ.3. εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος, με την εξαίρεση της παραγράφου 21, η οποία θα ισχύει από την 1η.4.2016 και θα εφαρμό−
ζεται επί διαδικασιών που αρχίζουν από την 1η.1.2016.»
Άρθρο 67
Η παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4326/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδο− σφαίρου είτε λειτουργούν στο πλαίσιο της ΕΠΟ είτε
9572 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ)
στο πλαίσιο Ενώσεων Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εται− ρειών αποτελούνται από τακτικούς δικαστές με βαθμό Πρωτοδίκη στα πρωτοβάθμια όργανα και Προέδρου Πρωτοδικών στα δευτεροβάθμια όργανα, με τριετή θη− τεία, μη ανανεώσιμη.
Αμφότεροι επιλέγονται και ορίζονται από την ΕΠΟ από κατάλογο που αποστέλλεται από τον Προϊστά− μενο του Πρωτοδικείου Αθηνών, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος.
Η ΕΠΟ από της ενάρξεως λειτουργίας του προβλεπό− μενου από το Καταστατικό της και τον οικείο Κανονισμό Διαιτητικό Δικαστήριο Ποδοσφαίρου επιλέγει και ορίζει τους δικαστικούς λειτουργούς που μετέχουν στη σύνθεση αυτού με βαθμό Αρεοπαγίτη και Προέδρου Εφετών, από καταλό−
γους που συγκροτούν και αποστέλλουν σε αυτήν κατά πε− ρίπτωση ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών.»
Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από την έναρ− ξη ισχύος του ν. 4326/2015.
Άρθρο 68
Το άρθρο 347 του Π.Κ. καταργείται.
Άρθρο 69 Έναρξη ισχύος
Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν στις επιμέρους διατάξεις του ορίζεται διαφορετικά.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 24 Δεκεμβρίου 2015
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΟΣΚΑΣ
ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΠΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΥΓΕΙΑΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΞΑΝΘΟΣ
ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΠΙΡΤΖΗΣ
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ κ.α.α.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ
ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΙΛΗΣ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ
ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΠΠΑΣ
Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.
Αθήνα, 24 Δεκεμβρίου 2015
Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ 

2 σχόλια:

  1. Δυστυχώς η υπακοή στους νόμους του κράτους είναι υποχρεωτική μόνο για τους πολίτες.Οι κρατικοί λειτουργοί βρίσκουν τρόπους να λειτουργούν με τους δικούς τους νόμους και στέλνουν τους πολίτες στα δικαστήρια να βρουν το δίκιο τους.Ειδικότερα ο εν λόγω νόμος στο άρθρο 10 είναι διαυγέστατος και δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία.Το ίδιο είναι και η εισηγητική έκθεση του νόμου που αναφέρει "Στο άρθρο 10, για το επώνυµο των τέκνων, προστίθεται (σε σχέση µε το ν. 3719/2008) ρύθµιση κατά την οποία στο σύνθετο επώνυμο από τους δύο γονείς, που θα αποκτά το τέκνο αν οι γονείς του δεν έχουν κάνει σχετική συµφωνία, θα τίθεται ως πρώτο το επώνυμο που προηγείται στην αλφαβητική σειρά. Αποτυπώνεται έτσι και στο νόμο η ερµηνεία που είχε υποδειχτεί για την κάλυψη του νομικού κενού, υπό το καθεστώς του ν. 3719/2008 ως προς το ζήτηµα τίνος γονέα το επώνυμο προηγείται στο σύνθετο επώνυμο που θα πάρει το παιδί. Ήδη από τον ν. 3719/2008 είχε ορθώς προκριθεί να µην επαναλαμβάνεται η αναχρονιστική και αντίθετη στην ισότητα των φύλων διάταξη του άρθρου 1505 παράγραφος 3 ΑΚ που προβλέπει ότι σε περίπτωση παράλειψης της δήλωσης περί του επωνύμου των τέκνων, αυτά αποκτούν το επώνυμο του πατέρα τους" Δεν μπορώ να φανταστώ τι γίνεται στο κρανίο ενός γραφειοκράτη,ούτε και να το ερμηνεύσω.Όμως ο νόμος απλά και καθαρά ορίζει ότι,είτε κάνεις συμφωνία τίνος το επίθετο θα πάρει το παιδί η αν δεν υπάρχει συμφωνία παίρνει και τα δύο επίθετα με αλφαβητική σειρά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και πώς φτάνουμε από ένα μπέρδεμα στο επίθετο να αμφισβητείται η ιθαγένεια και το δικάιωμα να έρθει στην πατρίδα της μητέρας του, μόνο το ελληνικό κράος ξέρει.

      Ξανά και ξανά αντιμετωπιζόμαστε σαν εγκληματίες και ύποπτοι και, όπως λες, οι υποχρεώσεις του κράτους προς εμάς αγνοούνται, αγαπητέ Μερμελέχα.

      Διαγραφή