Porta photo©by Pierre Couteau for DC

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν..» στα γενέθλια του Σεφέρη

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. 


.................. τὸ κυνήγι

ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-




29 Φεβρουαρίου γεννήθηκε ο Σεφέρης που το έλεγε πόσο παράξενο του φαινόταν να έχει γενέθλια κάθε τέσσερα χρόνια.
Το άλλο που έλεγε ήταν η εμπειρία της προσφυγιάς που δηλητηρίασε και τρέλαινε τη μάνα του που μετά το '22 έτρεχε στα προσφυγικά από την οδό Κυδαθηναίων που έμεναν να βοηθήσει όσο μπορούσε στον πόνο που ερχόταν από τη φωτιά.

Στην Κίχλη μιλάει για το σπίτι στη Σκάλα έξω απ' τη Σμύρνη, το σπίτι των παιδικών καλοκαιριών που ο παππούς έλεγε πως θα άφηνε στο Γιωργή μα ο Γιωργής ξενιτεύτηκε και το έχασε για πάντα.

Σας δίνω βιογραφικά και συστήνω την Κίχλη:
«Γράψε μού τα όλα και την κατάσταση στην Ελλάδα στην υστερικιά Ελλάδα την ψεύτρα που μπόρεσε χωρίς τον παραμικρό ηρωισμό, χωρίς την παραμικρή αυταπάρνηση, χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία να θυσιάση εκατό εκατό χιλιάδες τα παιδιά της». Δεκαεπτά Σεπτεμβρίου 1922. Ενενήντα χρόνια από σήμερα και ενώ η μικρασιατική καταστροφή έχει συντελεσθεί μερικά 24ωρα πριν. Σε ποιον ανήκει λοιπόν αυτή η κραυγή; Ποιος είναι εκείνος που με πόνο ψυχής, και χωρίς καν να έχει ακούσει με τα αυτιά του τον βόγγο της θνήσκουσας Ιωνίας των Ελλήνων κατηγορεί τόσο δραματικά, τόσο αυστηρά τη μάνα- Ελλάδα που μόλις αποδείχθηκε μητριά;
Δεν είναι παρά ένας οργισμένος, βαθύτατα θλιμμένος , συγκλονισμένος νεαρός, που μόλις πληροφορήθηκε ότι έχασε την πατρίδα του. Απώλεια που έμελλε να είναι από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη της ζωής του. Ο Γιώργος Σεφέρης, φοιτητής στο Παρίσι, έχει μόλις παρηγορηθεί για την τύχη της μητέρας και της αδερφής του. Τις νόμιζε στη φλεγόμενη Σμύρνη αλλά εκείνες ήταν, ευτυχώς, στην Αθήνα. Θα παραμείνει, ωστόσο, απαρηγόρητος εφ όρου ζωής για την τραγική απώλεια, των ιερών και ματωμένων χωμάτων. Θα είναι πάντοτε ένας άπατρις- ακόμη και όταν θα συμβιβαστεί με τη μοίρα του και θα υιοθετήσει την Ελλάδα ως πατρίδα, εμφρόνως. Παρόλη τη λύπη που τον κατέχει, ο Σεφέρης, γέννημα της Σμύρνης, δεν την είχε αγαπήσει. Η πόλη ήταν για εκείνον «το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογεύματα πίσω απ’ το τζάμι∙ η φυλακή. Ενας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα ήταν ό,τι αγαπούσα.» Οπου Σκάλα, η Σκάλα Βουρλών (σημερινή Urla iskelesi) με το σπίτι της αρχοντικής γιαγιάς από τους Τενεκίδηδες (σόι τη μητέρας του ποιητή) όπου ο ίδιος, η Ιωάννα και ο Αγγελος, τα μικρότερα αλλά πολύ κοντινά του σε ηλικία αδέρφια, περνούσαν τα καλοκαίρια μέχρι το 1914. Μόλις δηλαδή ο Σεφέρης, γεννημένος με την ανατολή του αιώνα, το 1900, έμπαινε στην εφηβεία του. Τότε αναγκάστηκαν να φύγουν για την Αθήνα∙ το πολιτικό κλίμα δεν τους σήκωνε, ο πατέρας του Στυλιανός Σεφεριάδης είχε πατριωτική δράση. Επιπλέον, ήταν βενιζελικός.

«Όταν κοιτάζω καμιά φορά τα χρόνια εκείνα, δεν υπάρχει, νομίζω, στη Σμύρνη ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, μια γωνιά που να μπορώ να θυμηθώ με στοργή. Η Σκάλα ήταν ολωσδιόλου διαφορετική υπόθεση» συνεχίζει ο Σεφέρης. «μια περιοχή περιχαρακωμένη, κλειστή, όπου έμπαινα σαν μέσα σ’ ένα περιβόλι της Χαλιμάς, όπου όλα ήταν γοητεία. Εκεί οι άνθρωποι, θαλασσινοί και χωριάτες, ήταν δικοί μου άνθρωποι. Οι δρόμοι, τα δέντρα, τ’ ακρογιάλια, ήταν οι δρόμοι τα δέντρα τ’ ακρογιάλια μιας δικής μου χώρας.» (Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπτεμβρίου 41).

Η Σμύρνη «φυλακή», η Σκάλα ο παιδικός παράδεισος όπου κυλούσαν οι χυμοί μιας πλούσιας, λαϊκής γλώσσας. Ο Σολωμός τη διδάχτηκε από τη μητέρα του, ο Σεφέρης από τη μάνα- γη της δικής του πατρίδας. Κι ωστόσο, η Σμύρνη είναι το πυρωμένο καρφί στην καρδιά του. Όταν, περίπου 15 χρόνια μετά, ο Γιώργος Κατσίμπαλης του γράφει κάποια κακά διεθνή οικονομικά νέα, ο Σεφέρης απαντά πως το πιο κακό νέο που τον είχε βρει ήταν η πτώση της Σμύρνης και ότι μετά απ’ αυτό τίποτα πια δεν του έκανε εντύπωση και δεν είχε σημασία. Το γεγονός θα περάσει πολλές φορές υπαινικτικά στην ποίησή του. Στον «Αστυάνακτα» μιλά για τις «ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας/ τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας/ και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα. /ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη για τις ψυχές που γνώρισαν την προσευχή τους.» Στο «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα» ξεκινά λέγοντας: Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε/ νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ/ κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι/ ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-/ οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια./ Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ/ μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα/ ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της-/ δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια/ ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.» Πιο εύγλωττα και πιο ξεκάθαρα μιλά αλλού, λέγοντας: «Όπως, αν τύχει/ και μπεις μια νύχτα/ στην πολιτεία που σ’ ανάθρεψε/ κι έπειτα συθέμελη τη χάλασαν και την ξαναχτίσαν/ και παλεύεις να μετακινήσεις άλλους καιρούς/ για να ξαναβρεθείς…»
Ως διπλωμάτης και ως ταξιδιώτης, ο Γιώργος Σεφέρης ταξίδεψε πολύ σε ολόκληρη τη ζωή του. Λίγες φορές, ωστόσο, επισκέφθηκε τη Μικρά Ασία. Εβλεπε να σβήνουν τα ίχνη της ρωμιοσύνης εκεί, έβλεπε πως η γενέθλια πόλη του ήταν «μια πόλη που έχει χάσει τον ίσκιο της, όπως τα φαντάσματα». Στην πρώτη επιστροφή, το 1950, διαπίστωσε πως όλα είχαν πράγματι χαθεί: «από το σπίτι μας (σ.σ. που δεν το βρήκε, καθώς λογικά θα είχε κατεδαφιστεί μετά τη μεγάλη πυρκαγιά) βρέθηκα ξαφνικά στο Κεντρικό Παρθεναγωγείο, ένα από τα ελάχιστα παλιά χτίρια που σώζουνται. Οσο θυμούμαι, στον καιρό μου, οι δυό γειτονιές βρίσκουνταν σε κάμποση απόσταση. Επρεπε να στρίψεις σοκάκια και σοκάκια, ν’ αντικρίσεις πολλά παράθυρα και πολλά πρόσωπα, για να φτάσεις από τη μια στην άλλη- να διαβείς μέσα από τόση ζωή. Τώρα, μέσα στις άδειες ρυμοτομίες, νομίζεις άρκεσε μια δρασκελιά» γράφει στις «Μέρες Ε΄» (εκδόσεις Ικαρος). Σε αυτές ιδιαίτερα θα πρέπει να ανατρέξει όποιος επιθυμεί να πληροφορηθεί περισσότερα για τη μικρασία του ποιητή. Του ποιητή, που, το τονίζω αυτό, υπήρξε ΚΑΙ μετανάστης ΚΑΙ πρόσφυγας στη ζωή του. Για εκείνους που συνηθίζουν τον τελευταίο καιρό να τα βάζουν με όσα μας κάνουν ανθρώπους ονομάζοντας «σκουπίδια» μετανάστες και πρόσφυγες μιλώ. Αν αυτοί είναι σκουπίδια, τότε είναι και ο Νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης. Συνεννοηθήκαμε, ελπίζω. Τελευταία ματιά από την επίσκεψη εκείνη του ’50, μια ακόμη εγγραφή στις «Μέρες»: «Η Ιωνία, ένα τέλειο διάδημα μεγάλης αρχόντισσας πεταγμένο σ’ ένα συρτάρι γεμάτο παλιές εφημερίδες με υβρεολόγια που κανείς πια δεν καταλαβαίνει. Το επιμύθιο όλης αυτής της ιστορίας μπορεί να είναι , για τον κόσμο, η κουβέντα που μου είπε, τον περασμένο Ιούλιο, ο συνοδός μου ο διπλωμάτης: ‘Οι Ελληνες λένε πως οι Τούρκοι έκαψαν τη Σμύρνη∙ οι Τούρκοι λένε πως εσείς την κάψατε∙ ποιος μπορεί να ξέρει την αλήθεια.’ Το κακό έγινε∙ σημασία έχει ποιος εξαγοράζει το κακό».
από την  Κίχλη
Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.
Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ
μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα
ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της-
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια
ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.
Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ
ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,
κεντοῦν παράθροφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες
γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα-
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.
Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους
καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω-
ἀκόμη
καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς
μ᾿ ἕνα κρεβάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι
πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν
μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,
πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ᾿ ρθει νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει-
ἤ, μιὰ γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,
ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παράθυροφυλλα,
μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,
πὼς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει
ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.
Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο πλούτος των προσφύγων και το κακό συναπάντημα με εικόνες -σχόλια

#refugeesGR
ταμπέλα Θεσσαλονίκη

Εγκλωβισμένοι άνθρωποι στις εθνικές οδούς αφότου έκλεισαν τα σύνορα.

Βλέπω γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά, κατάκοπες.
Πλάι στη μάνα και το αδελφάκι του βλέπω ένα νεαρό να κρύβει στα χέρια το πρόσωπό του από ντροπή μπροστά στο φωτογράφο. Αν είχε γεννηθεί εδώ θα τον λέγαμε «παιδί» και θα περνούσε τη ζωή του με φλερτάκια και ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Μα πιο πολύ αυτό που συνταράζει εμένα και μου τρυπάει την καρδιά είναι εκείνοι που σπρώχνουν αναπηρικά αμαξίδια. Εκείνοι που δεν άφησαν πίσω το γέρο πατέρα ή τον ανάπηρο αδελφό. Δεν ξέρω αν είμαι ισάξιά τους, δε νομίζω. Δεν ξέρω, είχα την τύχη να μη δοκιμαστώ, μα δε νομίζω πως θα είχα το ψυχικό σθένος, το κουράγιο, την αγάπη, να φορτωθώ την ευθύνη να σύρω στο μακρύ ταξίδι από ξηρά και θάλασσα έναν άλλο άνθρωπο επειδή μόνος του δε θα μπορούσε.
Κι αναρωτιέμαι αλήθεια ποιος, ποια χώρα, δεν καταλαβαίνει τι πλούτο φέρνει ένας τέτοιος άνθρωπος, τι πολιτισμό, τι ανθρωπιά, τι βαθύτατη εντιμότητα και αίσθηση καθήκοντος. Αναρωτιέμαι ποιοι άφρονες δε βλέπουν πως τέτοιο ήθος μόνο καλό έφέρνει και πως θα πλουτίσει τον τόπο που θα το δεχθεί.

Γι αυτό και αηδίασα χθες που διάβασα πολιτικό που ονόμασε 'κακό συναπάντημα' τους βασανισμένους. Κακό συναπάντημα για μένα είναι αυτός κι οι όμοιοί του οι ανάλγητοι. Μα, δε λέω τίποτε καινούργιο, καθρέφτης είναι η πραγματικότητα κι αυτό που δείχνουν τα λόγια μας δεν είναι οι άλλοι αλλά εμείς οι ίδιοι.
_________
Ακολουθούν: η απάντησή μου στον πολιτικό με πολλές σχετικές εικόνες και σχόλια  που ξεχώρισα. (Πάνω ταμπέλα  στη Θεσσαλονίκη).




Εγκλωβισμένοι παραμένουν για τρίτη νύχτα 550 πρόσφυγες και μετανάστες, στο Σταθμό Εφοδιασμού Αυτοκινήτων κοντά στη Σούρπη του Αλμυρού. Ο δήμος Αλμυρού καθώς και εθελοντές πασχίζουν να προσφέρουν βοήθεια με όσα εφόδια διαθέτουν για την καλύτερη διαμονή τον προσφύγων στον προαύλιο χώρο όπου βρήκαν καταφύγιο.Το πρωί της Πέμπτης, πάνω από 550 πρόσφυγες ήταν στο ΣΕΑ Αλμυρού και η δημοτική αρχή Αλμυρού έστειλε τις Κοινωνικές Υπηρεσίες του δήμου, την Κοινωνική Μέριμνα και τη «Βοήθεια στο Σπίτι» να συνδράμουν τους μετανάστες.Ο δήμος Αλμυρού διέθεσε τα υλικά για 700 μερίδες φαγητό στην 111 Πτέρυγα Μάχης, η οποία μερίμνησε για την τροφοδοσία των προσφύγων.Ο δήμαρχος Αλμυρού Δημήτρης Εσερίδης μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ εξέφρασε την αγανάκτησή του για την κατάσταση, αφού δεν είχε ενημερωθεί από κανέναν για να γίνουν οι απαραίτητες ετοιμασίες.
Ο δήμος Αλμυρού δεν διαθέτει τις απαιτούμενες υποδομές φιλοξενίας, υποστήριξε και κατηγόρησε τους εμπλεκόμενους για μεγάλη προχειρότητα στη διαχείριση του θέματος.





Τους πέταξαν εκεί μέχρι να αποσυμφορηθεί η Ειδομένη. Τα μωρά έχουν ιδιαίτερες ανάγκες.

Τη Μάρα, την ξερουμε, το κακο συναπάντημα μαλλον το Ρουσοπουλο εννοεί, η Σάρα ποιά ειναι ομως; ....

ο Κύριος Κουμουτσάκος χλευάζει εξαθλιωμένους πρόσφυγες.
Μια απ΄τα ίδια σκατά, με τον κύριο Βουλγαράκη.
Σαρα & μάρα!

Μια χώρα που βρίσκεται ανάμεσα στην βλακεία του Κούλογλου και την σκατανθρωπιά του Βουλγαράκη . ‪#NoHope

Σάρα και μάρα, όπως λέμε νόμιμο και ηθικό. Το κακό συναπάντημα είναι αυτό που συμβαίνει στον Βουλγαράκη όταν βγαίνει έξω χωρίς συνοδεία.





Ότι δηλαδή εκπλήσεστε με τις απόψεις Βουλαράκη?
Τον Βουλγαράκη της ΟΝΝΕΔ ...
Τον Βουλγαράκη των Κενταύρων...
Και εγώ πέφτω από τα σύννεφα...


Έχει υπολογιστεί ότι το συνολικό κόστος απορρόφησης των προσφύγων στην Ευρώπη είναι 4 δις ευρώ. Το κόστος των κλειστών συνόρων ανέρχεται στα 77 δις ευρώ. Μαντέψτε ποια από τις δυο προοπτικές επιλέγεται και γιατί.


Δημήτρης ΔημόπουλοςΤιμοκατάλογος : ‬
‪Φόρτιση κινητού 30 λεπτά, 5 ευρώ.‬
‪Νερό 500ml, 2 ευρώ.‬
‪Νερό 1,5lt, 4 ευρώ.‬
‪Επιβεβαιωμένα από φίλη που βοηθά πρόσφυγες.‬
‪Ελλάδα - Νόμπελ.‬
‪πρωϊνος χαφιες +χεσιμο 8ευρω(σοβαρα)....και πλακωσαν και στο ξυλο αλληλεγγυο που πηγε να μοιρασει δωρεαν νερα στα Τεμπη...νομπελ και οσκαρ και πουρλιτζερ και γκραμμυ μαζι...μη πω και γιου



Φοβούνται κάποιοι, φοβούνται τους εξαθλιωμένους.
Τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Σχεδόν 1 εκατομμύριο άνθρωποι πέρασαν πέρσι από τη χώρα, χωρίς ούτε ένα σοβαρό περιστατικό που να πλήττει την ασφάλεια τους, αλλά αυτοί συνεχίζουν να φοβούνται τους εξαθλιωμένους. 
Φοβούνται τους μόνους που είχαν θύματα σ' αυτή την απίστευτη Οδύσσεια. 
Φοβούνται αυτούς που θρήνησαν νεκρά παιδιά στο Αιγαίο. 
Φοβούνται το μικρό παιδί που σέρνει μια τσάντα στην Εθνική Οδό προσπαθώντας να φτάσει με τα πόδια εκεί που θα πάψει πλέον να φοβάται. Φοβούνται αυτοί που δεν διανοήθηκαν ποτέ τι σημαίνει φόβος ανάμεσα στα χαλάσματα του σπιτιού σου. 
Φοβούνται τους φοβισμένους, ενώ θα έπρεπε να φοβούνται αυτόν τον άθλιο φόβο που συντηρούν μέσα τους.

Photo:Τατιάνα Μπόλαρη

Είναι ντροπή και βάσανο να βλέπεις τέτοιες εικόνες σε αυτήν εδώ την χωρα
Μα σε τι σόι κόσμο ζούμε,που μια άρρωστη μεγάλη γυναικα να είναι στην εθνική οδό με την οικογένεια της μέσα στον δρόμο;
πείτε μου γιατί έχω τρομάξει με αυτήν την απανθρωπιά


 Φωτογραφία Μάριος Λώλος


Φωτογραφία Μάριος Λώλος






Βεβαιως και θα υποστηρίζω και θα συμπάσχω με τους προσφυγες από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί,και ας σας γίνω σε μερικούς από εσάς βαρετή
Εγώ δεν μπορώ να κλείνω τα ματια μου σε αυτήν την τραγωδία που διαδραματίζεται σε αυτήν την χωρα
και μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω
Όσοι έχετε αντίθετη γνώμη να εξαφανιστείτε από τα ματια μου
Γιατί είσαστε παλιάνθρωποι
Και δεν είδατε από κοντά όπως εγώ τα ματια των μικρών παιδιών ούτε την απελπισία στα πρόσωπα των γυναικών,όταν βγαίνουν από τις βάρκες
Αλλα και να τα δείτε μερικοί πάλι βρομιάρηδες θα μείνετε
Σας σιχαίνομαι όσους δεν βοηθάτε έστω και με το να πείτε κάτι σαν συμπαράσταση

Οι δυο νέοι που αποπειράθηκαν να κρεμαστούν στο κέντρο της Αθήνας.
 Σώθηκαν, ο ένας στο νοσοκομείο. Πόση απόγνωση;

Και ένα σχόλιο πάνω στο άλλο ζήτημα της ελληνικής επικαιρότητας, το #gletsos [--> facebook ]: 

Ήρθαν οι πρόσφυγες και έκαναν τον Γκλετσο αδερφή


από Medoussa




ΤΗΛΟΣ: ΤΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ press724.gr



Σε μια συνάντηση ήταν ένα ευγενέστατο χαμογελαστό νέο παιδί που στην προσφυγική κρίση βοηθά ως διερμηνέας.
Chef, τέλεια ελληνικά, Αφγανός, 15 χρόνια στην Ελλάδα.
«Από όταν ήρθα» είπε «στις πιο δύσκολες στιγμές όταν ήμουν μόνος, όταν κοιμόμουν σε παγκάκια, αυτοί που θυμάμαι πως μου έδειξαν καλοσύνη στην Ελλάδα δεν είναι οι οργανώσεις και το κράτος αλλά οι άνθρωποι, οι περαστικοί».
Με ένα τσιγάρο, με ένα χαμόγελο, με ένα πιάτο φαγητό κι ένα παιχνιδάκι για τα παιδιά δίνουμε κουράγιο.
Σας δίνω το χάρτη κι εσείς ξέρετε...
―τον έχω από τη 
Liopi Abatzi που συνατηθήκαμε χθες και λέγαμε πόσο ―παρά το ντόρο που κάνουν τα εθνίκια― στην Ελλάδα σε μεγάλα ποσοστά ο κόσμος έχει εκδηλώσει αλληλεγγύη .

Μετά από τόσα χρόνια κατρακύλα και ξεφτιλα, έχουμε την ευκαιρία να κερδίσουμε την αξιοπρέπεια και την ανθρωπιά μας. Με μια καλή κουβέντα, με ένα ζευγάρι κάλτσες, με μια κουβέρτα, ένα πανωφόρι, ένα ζευγάρι παπούτσια από το βάθος της ντουλάπας, ένα παιχνίδι, ένα φάρμακο, ένα πακέτο σερβιετες, στον Πειραιά, στη Βικτωρια, στην εθνική κι άλλου, μπορούμε να αντισταθουμε σε αυτό που μας εγκλώβισε η Μετεμφυλιακή χώρα του ωχαδερφισμού, την αβουλη ψυχική νωθροτητα.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Ο χειρότερός μου εθισμός ― Μια εξομολόγηση de profundis


Χτυπάει τηλέφωνο και δεν το σηκώνω.
Μετά από ώρα σηκώνομαι και το κοιτάω, ήταν αγαπημένος φίλος. Του τηλεφωνάω.
―Πάμε να φάμε; Με καλεί.
―Δε γίνεται, δε μπορώ.
―Γιατί, τι κάνεις; Έλα τότε όποτε θες..
―Δε γίνεται, λέω ψάχνοντας απεγνωσμένα για δικαιολογία. Και φορτώνω με ψέματα τον καλό μου φίλο.
Γιατί;
Επειδή είμαι άρρωστη. Εθισμένη. Έχω δυό μέρες κλεισμένη σπίτι με τον έρωτά μου, το αντικείμενο του πόθου μου και καταστροφή μου.

Πότε είναι που μια έξη, μια συνήθεια, όσο ευχάριστη κι αν είναι, πρέπει να πολεμηθεί; Όταν γίνεται εμπόδιο στην πρόοδό μας, όταν μας κοστίζει σε χρήμα και φίλους, όταν μας απασχολεί όλο το χρόνο μας και δε δουλεύουμε αλλά γινόμαστε ασυνεπείς και ψεύτες. 
Μια χαρά είναι να πίνεις το ποτό σου, να παίρνεις ό,τι ντρόγκες θες, να τρως ό,τι σ΄αρέσει, και δεν είναι ζήτημα ηθικής ή καλού-κακού. Πότε όμως η συνήθεια γίνεται επιβλαβής έξη; Πότε είμαστε εθισμένοι; Όταν η έξη μας γίνει εμπόδιο σε άλλες δραστηριότητες της ζωής μας ενώ συνειδητοποιούμε πως είναι μια συνήθεια που δε μπορούμε να κόψουμε μα γι αυτήν θυσιάζουμε άλλα που οφείλουμε ή  θέλουμε και που μας αρέσουν. Σωστά;

Γιατί δεν είδα φίλους αγαπημένους ενώ μέρα τη μέρα το κανόνιζα κι ανέβαλα;
Γιατί δεν πήγα ακόμα να δω τον εκδότη μου;
Γιατί δεν έβλεπα κάθε μέρα θέατρο και σινεμά;
Γιατί δεν πήγα εδώ κι εκεί κι εκεί όπως σχεδίαζα και υποσχέθηκα;
Γιατί δεν έκανα τόσες δουλειές που είχα και, χαρακτηριστικό των εθισμένων, τα αφήνω όλα μισά κι ατέλειωτα;
Και πιο πολύ:
Γιατί είπα τόσα ψέματα πως έχω κάποια επείγουσα δουλειά σε φίλους που σέβομαι και θέλω να δω;

Θα το εξομολογηθώ:

Αιτία είναι η φρικτή μου έξη. Το Διάβασμα.
Και τώρα που τακτοποιώ παλιά βιβλία σε νέα βιβλιοθήκη είμαι σα νεαρός σε Καφέ του Αμστερντάμ, σα παιδί στο Λούνα Παρκ, σαν το Νάρκισσο στην αίθουσα των Κατόπτρων, δηλαδή άρρωστη, δηλαδή δε-γίνεται-να-ξεκολλήσω.
Ο πιο φρικτός μου εθισμός, το πιο δύσκολο να καταπολεμηθεί, το  μεγάλο εμπόδιο στη ζωή μου και την προόδου μου, ο διάβολός μου  είναι ένα και μόνο ένα: το Διάβασμα.
Ω ναι, το Διάβασμα.

Πάρτε παράδειγμα αυτό το σαββατοκύριακο. Παρασκευή βράδυ γύρισα (φορτωμένη βιβλία) από το studio που έκανα εκπομπή κι από τότε μεταφέρομαι από καναπέ σε κρεβάτι σε γραφείο διαβάζοντας όσα υποτίθεται τακτοποιώ. Ο πρωινός καφές γίνεται απογευματινό τσάι κι εγώ δεν έχω κουνηθεί· τρώω όρθια τρεις μπουκιές από ό,τι έχω στο ψηγείο ενώ δεν απαντώ σε κανένα μήνυμα. Αυτό είναι αρρώστια. Ο διάβολός μου.


 Διότι παρά τις χαρές, τις τεράστιες χαρές, που μου έχει δώσει, το Διάβασμα είναι η κατάρα της ζωής μου που, ήδη από τα μαθητικά μου χρόνια, έγινε εμπόδιο στην πρόοδό μου και, καθόλου παραδόξως, αιτία κακών βαθμών και μεγάλης ταλαιπωρίας στο σχολείο.
Έχω τιμωρηθεί πολλάκις επειδή ώρα μαθήματος διάβαζα άλλο βιβλίο- Χένρυ Μίλλερ θυμάμαι ήταν ένα από αυτά και η καθηγήτρια το κράτησε για να το διαβάσει και να αποφανθεί πως στα 14 ήμουν πολύ μικρή να το καταλάβω. Δεν ξέρω αν ήμουν, δε θυμάμαι τι καταλάβαινα μα τόσο δε μπορούσα να το αφήσω που το έκρυβα στην τσάντα και κάτω απ' τα τετράδια. Και νοσταλγώ, όπως χρήστης τις παλιές μαστούρες, ακόμα νοσταλγώ εκείνη τη χαρά του να πρωτοδιαβάζεις Προυστ ή Μπαλζάκ, εκείνο το βύθισμα τις βροχερές ημέρες ενός Νοεμβρίου που διάβασα την Άννα Καρένινα.

Τώρα λοιπόν που πλησιάζει η ώρα της επιστροφής στη Μύκονο, προσπαθώ να οργανωθώ και να προλάβω όσα μαζεύονται και με πιάνει ίλιγγος όταν αναλογίζομαι πόσα δεν έκανα, πόσες συγγνώμες χρωστάω και πότε ―αχ πότε- θα αφοσιωθώ σ' αυτό που γράφω και το αφήνω για να διαβάζω άλλα άλλων με την πρόφαση πως ερευνώ. Ναι με την πρόφαση. Διότι οι προφάσεις εν αμαρτίαις είναι άλλο ένα σύμπτωμα του εθισμού κι ο εθισμένος τα πιο μεγάλα ψέματα τα λέει στον εαυτό του.


 Readers Anonymous  άραγε υπάρχει; 
Και πώς, ξέρει κανένας πώς, γλιτώνει ο άνθρωπος από αυτή την έξη;
________________
Εικόνα
Τα παιδικά. Έτσι, μ' αυτά άρχισε το κακό.
Κι από πίσω, τυχαία επειδή είναι ακουμπισμένο εκεί το σχέδιο του Γιώργου Ζιάκα για το κοστούμι του Μεγαλέξανδρου του Θόδωρου Αγγελόπουλου