Porta photo©by Pierre Couteau for DC

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2021

Ναι, είμαστε ακόμα εδώ- Louis Orozco Restrospective - The #MykonosTribe





Μια συγκινητική βραδιά, πριν αποχαιρετίσουμε άλλο ένα καλοκαίρι. Μια έκθεση μνημόσυνο του αγαπημένου μας φίλου Louis Orozco με τα έργα του στους τοίχους, τη φωνή και τη μορφή του πλάι μας καθώς έπαιζε το θαυμάσιο ντοκιμαντέρ που πρόλαβε να κάνει ο Δημήτρης Καλφάκης όσο ακόμα ο Λούι ζούσε και, ανάμεσα στη Μύκονο που αγαπάμε, στα μεξικάνικα χρώματα και τις κυκλαδίτικες σκιές, εμείς, το Mykonos Tribe, ακόμα εδώ, ακόμα εν ζωή τιμάμε τους δικούς μας, την Τέχνη και της ζωής τους δρόμους που διαλέξαμε και διανοίξαμε.

Μια γεύση σας δίνω

μαζί με συνδέσμους και λίγα λόγια του Λούι για το πώς βρέθηκε εδώ κοντά μας αν και πρώτος, πολύ πριν από εμάς.






 

Luis Orozco, 2003: my Mykonos 

"Δέσποινα" ήταν το όνομα του καραβιού που με έφερε στη Μύκονο. Ενώ θύμιζε περισσότερο μπανιέρα παρά καράβι, είχε κάτι το χαρακτηριστικό και συνάμα ιδιαίτερο, κάτι που θα συμπεριλάμβανα σε έναν πίνακα για παράδειγμα. Το ταξίδι από τον Πειραιά στην Μύκονο διήρκεσε σχεδόν 11 ώρες, με δύο στάσεις ενδιάμεσα: μία στη Σύρο, την πρωτεύουσα των Κυκλάδων, και μία στην Τήνο. Η Μύκονος τότε ήταν ένα παραμυθένιο νησί, με "οργανική" αρχιτεκτονική πλασμένη στα μέτρα του ανθρώπου; ακόμη και στο στενότερο σοκάκι της ένιωθε κανείς άνετα, ελεύθερα, χωρίς να διέπεται από την αίσθηση κλειστοφοβίας. Τα σπίτια ήταν διαρρυθμισμένα σαν να προεκτείνονται το ένα στο άλλο, ενώ οι γειτονιές δίνανε την εντύπωση μίας φιλόξενης ζεστασιάς. 

Aυτό ίσχυε για τα παιδιά ιδιαιτέρως, καθώς μπορούσαν να παίζουν και να χάνονται χωρίς φόβο, διότι πάντα ένας περαστικός θα έβρισκε το παιδί και θα το επέστρεφε στη μητέρα του. Η φράση "πλασμένη στα μέτρα του ανθρώπου" εφαρμόζει τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στο ίδιο το τοπίο. Καμία παραλία δεν ήταν υπερβολικά μεγάλη, ενώ η θάλασσα παρέμενε φιλική και δροσερή, σαν να σε καλωσορίζει. Χωρίς καρχαρίες. Χωρίς να έχει κάτι το τρομαχτικό. Είναι μάλιστα ευκολότερο να επιπλεύσεις εδώ σε σύγκριση με άλλες θάλασσες, εξαιτίας των μεγάλων ποσοτήτων αλατιού που υπάρχουν στο νερό. Το τοπίο μου φάνηκε αρκετά επιδεκτικό για ζωγραφική, με ποικιλία υλικών και υφών: οι πέτρες, οι βράχοι, οι καλαμιές, το ξηρό σιτάρι, τα πανέμορφα κυπαρίσσια, με το σκοτεινό τους πράσινο, οι ελιές με τις ασημο-πράσινες αποχρώσεις τους, και οι πέτρινοι τοίχοι, που μερικές φορές τους αποδίδω το κόκκινο χρώμα, για να αποτυπώσω την θερμότητα των ημερών.

Όλα αυτά τα στοιχεία λουσμένα με το υπέροχο, διάφανο, Αιγιοπελαγίτικο φως. Όταν ο αέρας του ύστερου καλοκαιριού φυσάει το Μελτέμι, η θάλασσα του Αιγαίου παίρνει τις αποχρώσεις του οίνου μαζί με ένα σκοτεινό γαλάζιο χρώμα, μέσα από το οποίο μπορεί να αντικρίσει κανείς την αιωνιότητα. Στην αρχή η πόλη δεν μου φάνηκε προδιατεθειμένη για να τη ζωγραφίσω. Είναι τόσο γραφική, όπως ακριβώς την βλέπουν οι τουρίστες, λευκή και γαλάζια σαν το χρώμα του νερού. Ήταν πράγματι δοκιμασία να ζωγραφίσω τα στενά σοκάκια και τις εκκλησίες χωρίς να χρησιμοποιήσω αυτά τα χρώματα. Μου πήρε μάλιστα πολύ καιρό ώσπου να ζωγραφίσω την πόλη, ενώ το βρήκα αρκετά δύσκολο να την συλλάβω και να την αποτυπώσω. Τα τοπία αντιθέτως μου φάνηκαν πιο θελκτικά, γεμάτα δύναμη και πιο ήπια χρώματα - όσο αφορά τα καλοκαίρια δηλαδή. Τους χειμώνες, είναι όλα πράσινα, ή τουλάχιστον, ήτανε, τον καιρό που οι Μυκονιάτες καλλιεργούσαν σιτάρι και κόκκινες παπαρούνες. Αυτόν τον τύπο τοπίου μπορείς να τον αντικρίσεις περισσότερο στην Δήλο, πατρίδα του Απόλλωνα - θεού του φωτός. Πόσο σοφό από μέρους των αρχαίων να επιλέξουν ως τόπο γέννησης του τη Δήλο, το πρώτο μέρος που αντικρίζει ο ήλιος καθώς ανατέλλει. Είναι κρίμα που τόσοι πολλοί τουρίστες έρχονται στη Μύκονο επί το πλείστον για την νυχτερινή ζωή και τις διασκεδάσεις, και δεν μπαίνουν καν στην διαδικασία να επισκεφθούν το μαγευτικό νησί της Δήλου. Δεν είναι παρά ένα σύντομο ταξίδι από την Μύκονο, αλλά σημειώστε, είναι σημαντικό να διαβάσετε κάτι για την ιστορία της προτού την επισκεφθείτε. 

Η πόλη της Μυκόνου, ένα σμαράγδι αρχιτεκτονικής. Κατά τη διάρκεια του 60 μάλιστα κατακλείστηκε από φοιτητές αρχιτεκτονικής ανά τον κόσμο, ερχόμενοι να κάνουν μετρήσεις προκειμένου να διευκρινίσουν ποια ήταν η συγκεκριμένη ποιότητα που έκανε τους δρόμους τόσο φιλόξενους - τις αναλογίες τους, τη σχέση μεταξύ του ύψους και του πλάτους των στενών, των παραθύρων και των θυρών, της πυκνότητας των τοίχων κτλ. 

Παρότι είναι κατάλευκη, όταν έρχεται το σούρουπο οι τοίχοι αντανακλούν το χρώμα των θυρών και των μπαλκονιών, και ξαφνικά η κυριαρχία του λευκού υποχωρεί. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν Αθηναίο κριτικό τέχνης να αναρωτιέται που ανακάλυψα τόσα χρώματα στη Μύκονο, όντας, όπως είπε, " λευκό περιστέρι". Είναι επίσης συχνό φαινόμενο να με κατηγορούν πως έφερα μαζί μου τα χρώματα του Μεξικού. Με βρίσκω πολλές φορές να αναφέρομαι στη Μύκονο σε παρελθόντα χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα, χάρη σε έναν υπέροχο άνθρωπο, τον Κώστα Τσάκο, που ήταν υπεύθυνος της διανομής (ή της μη διανομής) οικοδομικών αδειών στο Μουσείο της Μυκόνου, η αρχιτεκτονική της Μυκόνου συνεχίζει να είναι όμορφη όσο ποτέ, τουλάχιστον η πόλη. 

Το τοπίο δυστυχώς, είναι μία άλλη ιστορία, από τον καιρό που ο κύριος Τσάκος έφυγε από την Μύκονο. Η Κυκλαδίτικη τεχνοτροπία έχει αντικατασταθεί από μία αρχιτεκτονική τύπου "εγώ και η πισίνα μου", ακόμη και αν το σπίτι βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την όμορφη θάλασσα του αιγαίου. Αλλά ποιος είμαι εγώ που θα ασκήσω κριτική στο οτιδήποτε? Εγώ είμαι απλώς ένας ξένος που αγαπάει το θάμβος αυτού του νησιού. Κάτι άλλο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση όταν πρωτοήρθα το 1960 ήταν η ελευθερία των ντόπιων να τραγουδάνε καθώς επιστρέφουν από τις δουλειές τους, ανεξαρτήτως αν πλησίαζε το χάραμα ή αν έδυε ο ήλιος- νηφάλιοι. Του λόγου το αληθές, ήταν εξαιρετικά σπάνιο να πετύχεις κάποιον μεθυσμένο στον δρόμο. Το πόσιμο ήταν συνήθεια της ταβέρνας, μεταξύ φίλων, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος, συνοδευόμενο πάντοτε από ένα τραγούδι και έναν χορό - έναν αυθόρμητο χορό, ανεξαρτήτως από το ποιος ήταν τριγύρω, χωρίς διάθεση επίδειξης ή διασκέδασης των τουριστών. Οι Μυκονιάτες το συνηθίζουν ακόμη στα πανηγύρια, ή στα φεστιβάλ, αλλά πλέον τίποτα δεν είναι το ίδιο. Καθιστώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που έζησα την Μύκονο στα χρόνια που την έζησα διότι αυτά που βίωσα με έκαναν να μείνω στην Ελλάδα: Την Ντίσκο μπορείτε να τη βρείτε οπουδήποτε. Ελάτε στην Ελλάδα και απολαύστε την (και την σκηνή της Ντίσκο, αν τη θέλετε τόσο πολύ). Στάθηκα τόσο τυχερός που γνώρισα Έλληνες όπως την οικογένεια Κουσαθανά, την Βιεννούλα και τα παιδιά της. Οι περισσότεροι από αυτούς ασχολιόντουσαν επαγγελματικά με την ύφανση, την παραγωγή χρωματιστών τραπεζομάντιλων ή παπλωμάτων, και βοηθούσαν τους ξένους να εκτιμήσουν το νησί τους με την φιλόξενη διάθεση τους και την προθυμία να παρέχουν οποιαδήποτε πληροφορία που σχετίζεται με τη Μύκονο. Η μητέρα, η αείμνηστη Βιενούλα, περνώντας κάποιο χρόνο στην Αγγλία στα νεανικά της χρόνια, έμαθε στα παιδιά της Αγγλικά και έτσι η ζεστασιά και η φιλοξενία επεκτάθηκε και στους ξένους. Αν γύρευες ένα συγκεκριμένο μέρος ή άνθρωπο, δεν σου παρείχαν απλώς τις οδηγίες, αλλά σε παίρνανε από το χέρι και σε οδηγούσαν κατευθείαν εκεί. Καθώς ο μεγαλύτερος γιος έβαφε τα υφάσματα, πάντοτε παίρνανε μέρος τραγούδια και χοροί. Το πρώτο μου πάρτυ στην Μύκονο ήταν στα γενέθλια της Ανουσώς (η μεγάλη κόρη της Βιεννούλας), με την μουσική να την παρέχουν οι ντόπιοι παίζοντας γκάιντες, ταμπούρλα και ακορντεόν. Ήταν ακόμη Μάρτης και σχετικά κρύα, αλλά ο χορός και η ρετσίνα μας ζεσταίνανε. Σιγά-σιγά όλοι σύρθηκαν στο ημικύκλιο του χορού. 

Εγώ δεν ήρθα στην Ελλάδα με την πρόθεση να μείνω, αλλά ανακάλυψα ένα νησί με αρκετό ζωγραφικό υλικό για μία ολόκληρη ζωή. Οι τουρίστες που γνώριζε κανείς εδώ προέρχονταν από όλον τον κόσμο, όχι απαραίτητα γυρεύοντας την διασκέδαση στις ντίσκο, αλλά για να εξερευνήσουν τη μαγεία της ελληνικής κουλτούρας. Πολλοί από αυτούς είχαν ήδη βρεθεί στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Ρώμη κτλ., αλλά ψάχνανε κάτι διαφορετικό. Στην Ελλάδα το βρήκανε, Πιστεύω πως είναι ακόμη εδώ, αλλά πρέπει να το ανακαλύψεις. Στις μέρες μας είναι πολύ πιο εύκολο να ταξιδέψεις εδώ. Υπάρχουν πλέον αεροπλάνα και ταχύτατα, αναπαυτικά καράβια. Μπορείτε επίσης να νοικιάσετε μοτοσικλέτες και αυτοκίνητα για να περιηγηθείτε, αλλά μην το παρακάνετε. Ο αέρας της Μυκόνου είναι ακόμα ξάστερος, καθαρός: μην φέρετε μαζί σας τα καυσαέρια και την ταχύτητα- πηγαίνετε αργά, θα δείτε ακόμα περισσότερα. Ο Τουρισμός έχει αλλάξει πολλά πράγματα εδώ, αλλά δεν είναι όλα προς το χειρότερο. Οι νέοι έχουν πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση στον κόσμο από οποιαδήποτε άλλη εποχή, πολλοί μπορούν επίσης να πάνε στο πανεπιστήμιο. Υπάρχουν επίσης πολλοί γιατροί στο νησί; οι γυναίκες είναι λεπτότερες, λιγότερο εξαντλημένες από τη δουλειά, και αρκετά μορφωμένες. Οι περισσότεροι κάτοικοι μιλάνε Αγγλικά και πολλές άλλες γλώσσες. Είναι ιδιαίτερα σπάνιο να βρεις κάποιον που να μην γνωρίζει Αγγλικά. Υπάρχει ακόμα και κατάστημα με υγιεινά φαγητά, αλλά μπορεί ακόμα κανείς να αγοράσει λαχανικά και φρούτα από τους αγρότες που κατεβαίνουν στην πόλη με τα γαιδουράκια τους, ενώ οι ψαράδες πουλάνε την ψαριά τους στην προκυμαία. Μπορείτε επίσης να βρείτε μουσακά στις ταβέρνες, αλλά πλέον η Ελληνική κουζίνα περιλαμβάνει πολλά περισσότερα από τον μουσακά και το τζατζίκι. Γιατί να περιοριστείτε στα ίδια άλλωστε? Δοκιμάστε και άλλες επιλογές. Αυτή τη στιγμή στο νησί παράγεται και εξαιρετικό κρασί, ειδικά το ξηρό, κόκκινο κρασί. Αναζητήστε επίσης μέρη όπου θα ακούσετε Ελληνική μουσική και θα δείτε Έλληνες να χορεύουνε: είναι όλα μέρος της αληθινά Ελληνικής, Μυκονιάτικης εμπειρίας."

translation: Kostas Dimolitsas


 

Andonis Theocharis Kioukas


RETROSPECTIVE EXHIBITION «LUIS OROZCO – END OF AN ERA»

ART ROOM, MYKONOS BLU ΗΟTEL, PSAROU ΜΥΚΟΝΟΣ

6-16 SEPTEMBER 2021


CΟURATOR: Andonis Theocharis Kioukas

WITH THE COLLABORATION Jason Orozco

FILM: «MI QUERIDO LUIS», BY DIMITRIS KALFAKIS Triciclo Mykonos Mykonos Filmmakers

ART ROOM: GENERAL MANAGER Alexandros Papaioannou ARTISTIC DIRECTOR Penelope Gatsas

Ο Luis Orozco γεννήθηκε το 1930 στο Mexico City και σπούδασε ζωγραφική στο University of the Americas, Mexico (BFA). Μετακόμισε στο L.Α. όπου έζησε για κάποια χρόνια. Το 1960 έφτασε ταξιδεύοντας στην Ελλάδα, επηρεασμένος, όπως τόσοι και τόσοι, από τον «Κολοσσό του Μαρουσιού» του Henry Miller και κατέληξε σε ένα άγνωστό του νησί, την Μύκονο. Θαμπωμένος από το φως της, την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. Kαι αντίθετα με τον Miller, o οποίος το έβαλε στα πόδια όταν διαισθάνθηκε πως αν δεν έφευγε θα έμενε εδώ για πάντα, μαγεμένος από αυτό τον τόπο και δεν ξαναγύρισε ποτέ, ο Luis αποφάσισε να παραδοθεί στην Μύκονο. Διάλεξε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του σε αυτό το μικρό νησάκι καταμεσής του Αιγαίου. Παντρεύτηκε τρεις φορές, έκανε τρία παιδιά, χώρισε, χάρηκε, πένθησε, έζησε. Η Μύκονος, η αρχιτεκτονική της, το τοπίο της, οι άνθρωποι κι ο δυνατός βοριάς απετέλεσαν την πηγή της έμπνευσής του. Το πολύχρωμο μυκονιάτικο σύμπαν του: ψαράδες και μανάβηδες, δρομάκια κι εξωκκλήσια, νεκρές φύσεις και μουσικά όργανα, γυναίκες που πέρασαν απ’ τη ζωή του μέσα, λαχταριστά ψάρια και λαχανικά συγκροτημένα με υλικά ταξιδεμένα από την άλλη άκρη της γης, το Μεξικό. H ματιά του ενσάρκωσε μοναδικά, εντυπωσιακά και ανεξίτηλα την αντίληψη και την αίσθηση αυτού του μοναδικού και ανυπέρβλητου τόπου. Μέχρι την 7η Αυγούστου 2018 που μετά από 58 χρόνια ζωής στην Μύκονο -και πλήρης ημερών- την/μας αποχαιρέτησε για πάντα. Ευγενής, διακριτικός, χαμογελαστός, με υπόγειο χιούμορ, αποχαιρέτησε αυτόν τον κόσμο ακριβώς με τον τρόπο που έζησε: ακροποδητί, δοξάζοντας την αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι.

Με το φευγιό του Luis αποχαιρετάμε οριστικά και αμετάκλητα μια εποχή, μια εποχή που έπλασε την σύγχρονη μυθολογία της Μυκόνου. Την Μύκονο του κοσμοπολιτισμού, της ανεμελιάς, της ελευθερίας, της αποδοχής, της απλότητας, της εκρηκτικής δημιουργίας, της αισθητικής, της ομορφιάς «που θα σώσει τον κόσμο». 

Ο Luis -της παρέας του Μαθιού Φλωράκη, του Ντόρη Πάντου, της Lilly Kristensen και της Angela Pipikios- Χειμωνά, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, της Μαργαρίτας Μπακοπούλου και του Σταύρου Ξαρχάκου- ανήκει στους τελευταίους εκείνης της γενιάς που χρωμάτισε ανεξίτηλα με την παρουσία της το τέρμα του Ματογιανιού. 

Στην έκθεση θα παρουσιαστούν χαρακτηριστικά έργα αυτής της πορείας και θα προβάλλεται η ταινία του Δημήτρη Καλφάκη για την ζωή και το έργο του «Mi querido Luis» (Ο Αγαπημένος μου Luis), σε νέο μοντάζ.

Κείμενο: Αντώνης Θεοχάρης Κιούκας 

περισσότερα για τον Luishttps://luisorozcomykonos.weebly.com/


______________________________________________________
Το πορτραίτο μου,  

ένα από τα έργα του στο σπίτι μου 

και αναμνήσεις






MYKONOs Tribe 80's & 90's 

https://www.facebook.com/MYKONOs-Tribe-80s-90s-149924925026126/


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προσωρινά και για λίγες ημέρες λόγω επιπλοκής της σύνδεσής μου δεν καταφέρνω να απαντώ στα σχόλια.
Σας διαβάζω όμως και
ζητώ συγγνώμη- κάνω ό,τι μπορώ για να διορθώσω το πρόβλημα.