Νέα δολοφονία πολίτη από τους συνοριοφύλακες του Τραμπ κι ο Γκρέγκορι Μποβίνο, ο επικεφαλής τους εμφανίστηκε και σήμερα με «ναζιστική» περιβολή για να δικαιολογήσει τη δολοφονία, Τη σύγκριση έκαναν αρχικά τα γερμανικά ΜΜΕ.
Στρατόκαυλοι που είναι πολύ δειλοί για το Στρατό και πολύ κουτοί για την Αστυνομία. Ό,τι πιο επικίνδυνο, σαν τους πάλαι ποτέ Χρυσαυγίτες μας. #ICE
Ξυστά μας πέρασε. Ελπίζω να μάς γίνει μάθημα.
______________________________
Προσπάθησε να βοηθήσει μια γυναίκα και τον σκότωσαν τα ούγκανα.
Μια ταινία, ένα σύγχρονο απολαυστικό ντοκιμαντέρ για τις θρυλικές Τζιτζιφιές, από τα πρώτα χρόνια ως εποχές των Μικρασιατών και των Ρεμπέτηδων μέχρι σήμερα. Πρόκειται για την τρίτη κινηματογραφική δουλειά των Σπύρου Κερκύρα και Mike Πούγουνα, στην οποία καταγράφεται το πολιτιστικό αποτύπωμα της Καλλιθέας ή κάποιας από τις γειτονιές της.Ένα επίτευγμα αγάπης κι αφοσίωσης φτιαγμένο με τα απλούστερα μέσα: τα κινητά τους και μια βιντεοκάμερα super 8.
Υπέρσυστήνω.
Ακολουθούν περισσότερα και η ταινία.
προς την οποία, για ευκολία σας αν βαριέστε να μου χαρίζετε θεάσεις στο ιστολόγιο, αναρτώ και απ’ ευθείας σύνδεσμο, εδώ κάτωθι, στο πρώτο σχόλιο.
Πληροφορίες
Το ντοκιμαντέρ «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…» είναι η τρίτη κινηματογραφική δουλειά του Σπύρου Κερκύρα και του Mike Πούγουνα, στην οποία καταγράφεται το πολιτιστικό αποτύπωμα της Καλλιθέας ή κάποιας από τις γειτονιές της.
Μετά τις δύο μικρού μήκους, με τίτλο «Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema» που έχουν ως θέμα τους τις κινηματογραφικές αίθουσες της περιοχής, έρχονται τώρα να συνεχίσουν την καταγραφή της αστικής λαογραφίας με μία μεγάλου μήκους και να καταγράψουν την δημιουργία και την οικονομική ανάπτυξη της γειτονιάς στην οποία γεννήθηκαν: των Τζιτζιφιών.
Μέσα από μαρτυρίες, περιγράφεται το πώς ο Ιππόδρομος έδωσε δουλειές στους πρόσφυγες που ήρθαν στην περιοχή και πως μέσω της μουσικής, άλλαξε ο χάρτης της διασκέδασης στην Αθήνα.
Έχοντας ως οδηγό τον Γιάννη Παπαϊωάννου και το μπουζούκι του, στο ανεξάρτητο αυτό ντοκιμαντέρ, μιλούν μαγαζάτορες, μουσικοί, τραγουδιστές, αναβάτες, ιδιοκτήτες αλόγων και εργαζόμενοι σε νυχτερινά μαγαζιά του ’50, του ΄60 και του ‘70, ξεκινώντας όμως την αφήγηση από τα τέλη του 19ου αιώνα και τελειώνοντας λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου μουσικού.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, στο «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…» δεν θα μπορούσε να μην γίνει εμφανής, η εξέλιξη του Ελληνικού τραγουδιού στον 20ο αιώνα, με το ρεμπέτικο να μεταμορφώνεται στην δεκαετία του 1950 σε λαϊκό και από λαϊκό, να μετατρέπεται στο τραγούδι της πίστας που γνωρίζουμε σήμερα.
Με αυτόν τον μουσικό τρόπο, οι δύο συνεργάτες, συμπληρώνουν με ένα μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ φτιαγμένο, υπό μορφήν καλπασμού, με την κάμερα του κινητού και μια βιντεοκάμερα super 8, αυτή την «Δέσμη Μικρών Φιλμ - 4 τετραγωνικά χλμ.» που είναι και η έκταση την οποία καλύπτει η Καλλιθέα.
Κάπου εδώ ολοκληρώθηκε ένα εγχείρημα που ξεκίνησα με τον Σπύρο Κερκύρα, με τίτλο «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…»
Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου ουσιαστικά, στην οποία καταγράψαμε δύο συστατικά που χαρακτήρισαν την γειτονιά μας: τα μπουζούκια και τα άλογα.
Οι Τζιτζιφιές ήταν μια περιοχή που, για περίπου 30 χρόνια, έγινε το επίκεντρο της διασκέδασης στην Αθήνα, εξαιτίας της ανάπτυξης της, όταν εγκαταστάθηκαν 22.000 πρόσφυγες μετά την Μικρασιατική καταστροφή, για να αρχίσουν το 1925 οι ιππικοί αγώνες στον νεόκτιστο Ιππόδρομο.
Ξεκινήσαμε την αφήγηση από τα τέλη του 19ου αιώνα και σταθήκαμε πολύ τυχεροί που βρήκαμε οπτικό υλικό των Τζιτζιφιών από την δεκαετία ήδη του 1920 και μετά.
Τα χρήματα που δημιουργούσε ο Ιππόδρομος έφεραν τους ρεμπέτες του Πειραιά στις Τζιτζιφιές και έτσι κι εμείς, πιαστήκαμε από το σακάκι του Γιάννη Παπαϊωάννου, που ήρθε στην γειτονιά μας για να δουλέψει σοβατζής στον Ιππόδρομο, μεταξύ άλλων, και τον ακολουθήσαμε μέχρι τον θάνατό του, τον Αύγουστο του 1972.
Μετά από αυτό, ο τρόπος διασκέδασης άλλαξε.
Η Ελληνική μουσική μεταλλάχθηκε και λίγο αργότερα έφυγαν και τα αλογάκια για το Μαρκόπουλο.
Δεν υπήρχε λόγος να φτάσει το ντοκιμαντέρ μέχρι εκεί…
Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…» μια ανεξάρτητη δουλειά, με το ήθος του D.I.Y. την οποία ολοκληρώσαμε χρησιμοποιώντας τα απλούστερα μέσα: τα κινητά μας και μια βιντεοκάμερα super 8.
Τον Αύγουστο του 1918, για τέσσερις μέρες, από
τις 2 ως τις 5 Αυγούστου,10.000 Καναδοί βετεράνοι του Α’ Παγκόσμιου
Πολέμου μαζί με ένα πλήθος 40.000 «πατριωτών» Καναδών, εξαπέλυσαν ένα ανελέητο
πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων μεταναστών του Τορόντο. Το αποτέλεσμα αυτού του
ρατσιστικού πογκρόμ ήταν ο θάνατος αρκετών μεταναστών, μεταξύ των οποίων 29 γυναίκες και 6 ανήλικα
παιδιά καθώς
και υλικές ζημιές πάνω από 1.000.000 δολάρια.
Από τη δημιουργία του
σύγχρονου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το 1830, οι άθλιες οικονομικές
συνθήκες δημιουργούν τα πρώτα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Από την
Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου χιλιάδες Έλληνες
προσπαθούν να ξεφύγουν από την άθλια οικονομική κατάσταση και τις συνέπειες της
πρώτης πτώχευσης του 1827 και να βρουν καλύτερες συνθήκες ζωής κύρια προς τις
επαρχίες της …Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη και τις
μικρασιατικές ακτές.
Ακολούθησαν η δεύτερη
πτώχευση του 1843, η Τρίτη πτώχευση, του Τρικούπη, το 1893, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και οι Βαλκανικοί
πόλεμοι του 1912 – 1913 που συνοδεύτηκαν από τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα προς
την Ευρώπη και την Αμερική.
Η μικρασιατική καταστροφή
του 1922 οδήγησε πάνω από
1.500.000 Ελληνες πρόσφυγες στη χώρα μας από την Τουρκία, οι οποίοι
αντιμετώπισαν άθλιες συνθήκες επιβίωσης και την αντιπροσφυγική, ξενοφοβική
συμπεριφορά αρκετών Ελλήνων της «παλαιάς Ελλάδας».
Οι Ελληνες μετανάστες,
αντιμετώπισαν εχθρότητα, ρατσισμό, υποτίμηση. Αισθάνθηκαν ανεπιθύμητοι, πολίτες
δεύτερης κατηγορίας. Αυτές οι συμπεριφορές έφτασαν ακόμα και σε επίπεδα
πογκρόμ. Χαρακτηριστικά ήταν τα γεγονότα στις ΗΠΑ το 1909, και στην Αυστραλία
το 1935. Περισσότερα για αυτά πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων μεταναστών εδώ.
Καναδάς, Τορόντο
1918
Οι Ελληνες μετανάστες,
ήταν κυρίως ιδιοκτήτες εστιατορίων ή δούλευαν σαν μάγειροι, ψήστες, σερβιτόροι
ή υπάλληλοι εμπορικών καταστημάτων. Στο Τορόντο, στις αρχές του 20ου αιώνα, αν
και οι Ελληνες αποτελούσαν μόνο το 0,5% του πληθυσμού της πόλης, είχαν στην
ιδιοκτησία τους πάνω από το 35% από τα εστιατόρια και τις καφετέριες. Οι
ξενοφοβικοί και ρατσιστές Καναδοί τους αποκαλούσαν υποτιμητικά Slackers (τεμπέληδες),
επειδή ασχολούνταν με τον επισιτισμό και κατά τους ρατσιστές απέφευγαν τις
βαριές δουλειές του φορτοεκφορτωτή, του ξυλοκόπου ή του βιομηχανικού εργάτη.
Κατά τη διάρκεια
του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα ήταν επισήμως ουδέτερη για το μεγαλύτερο
μέρος του πολέμου, με αποτέλεσμα οι Ελληνες του Καναδά να μην κατατάσσονται
στον στρατό, η δε Καναδική κυβέρνηση ήταν εχθρική προς την ιδέα της
στρατολόγησης των Ελλήνων και της πρόσληψής τους στο δημόσιο από
φόβο μήπως τελικά η Ελλάδα μπει στον πόλεμο με τη πλευρά της Γερμανίας.
Στις 2 Αυγούστου χιλιάδες βετεράνοι του πολέμου είχαν
προγραμματίσει το συνέδριο του Μεγάλου Συνδέσμου Βετεράνων Πολέμου στο Τορόντο
για την αντιμετώπιση των οξυμένων προβλημάτων που αντιμετώπιζαν γυρνώντας από
το μέτωπο, ανάπηροι, ταλαιπωρημένοι και σε άθλια κατάσταση. . Επιστρέφοντας οι
χιλιάδες των βετεράνων Καναδών από τη σφαγή των χαρακωμάτων του Α’ παγκοσμίου
πολέμου, πολλοί απ’ αυτούς, ανάπηροι και σε άθλια οικονομική κατάσταση, βρήκαν
τους Ελληνες μετανάστες να ευημερούν έχοντας στην κατοχή τους το 35% των
μικρομεσαίων καταστημάτων. Για αυτή τους τη κατάσταση πολύ εύκολα
θεώρησαν υπεύθυνους τους Slackers Ελληνες.
Η κυρίαρχη αντίληψη μεταξύ του πληθυσμού, και των βετεράνων
ιδιαίτερα, ήταν ότι ενώ οι Άγγλο-Καναδοί συμμετείχαν στον Πόλεμο, οι
«Slackers, αντί να πολεμούν και αυτοί
όπως έπρεπε, κέρδιζαν χρήματα στο Τορόντο».
Η αφορμή
Το απόγευμα της 1ης
Αυγούστου, ένας από τους χιλιάδες απογοητευμένους βετεράνους , ο Κλόντ Κλιντερνάι (Claude Cludernay),
στρατιώτης πεζικού, οποίος είχε χάσει το ένα του πόδι στη μάχη, μεθυσμένος και
σε άθλια κατάσταση μπήκε στο ελληνικής ιδιοκτησίας White City Café, στην Yonge Street
του Τορόντο, προκάλεσε καυγά και χτύπησε έναν σερβιτόρο, ο οποίος αφού
τον πέταξε έξω από το μαγαζί, κάλεσε την αστυνομία.
Ο Κλιντερνάι συνελήφθη και
πέρασε το βράδυ του, μεθυσμένος, σε ένα κελί ενός κοντινού αστυνομικού
τμήματος. Την άλλη μέρα επέστρεψε στο White City Café, του οποίου ήταν τακτικός
θαμώνας, για
να ζητήσει συγγνώμη.
Το επεισόδιο όμως δεν
έληξε εκεί. Η αφορμή είχε βρεθεί. Το γεγονός ότι ο Κλιντερνάι δεν επέστρεψε σπίτι
του το προηγούμενο βράδυ, σε συνδυασμό με τις έντονες φήμες που κυκλοφόρησαν
ότι οι «βρωμο-Έλληνες» τον είχαν ξυλοκοπήσει,
απελευθέρωσε το ρατσιστικό μίσος. Ο «Βίαιος Αύγουστος» είχε ήδη ξεκινήσει. Την
επόμενη μέρα, Παρασκευή 2 Αυγούστου και για 4 μέρες (2 – 5 Αυγούστου 1918)
50.000 πολίτες του Τορόντο εξαπέλυσαν πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων και των
επιχειρήσεών τους. Η περιοχή που περικλείεται από τις οδούς Jarvis,
Yonge, Carleton και Dundas παραδόθηκε στους βάνδαλους που κατέστρεφαν ότι
έβρισκαν μπροστά τους.
Το ανθρωποκυνηγητό και ο
ξυλοδαρμός των Ελλήνων ξεκινούσε το πρωί και σταματούσε στις 3 τα ξημερώματα.
Το White
City Café καταστράφηκε
τελείως, δεκάδες άλλες επιχειρήσεις και σπίτια μεταναστών λεηλατήθηκαν και
καταστράφηκαν.
Η περιφερειακή εθνοφυλακή
και η αστυνομία όλο αυτό το διάστημα παρακολουθούσε χωρίς να επεμβαίνει, ενώ
δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου Καναδοί αστυνομικοί έπαιρναν ενεργά μέρος
στο πογκρόμ σε βάρος των Ελλήνων.
Το ανθελληνικό πογκρόμ, ο
«Βίαιος Αύγουστος» τέλειωσε τις πρώτες πρωινές ώρες της 6ης Αυγούστου,
αφήνοντας πίσω του αδιευκρίνιστο αριθμό νεκρών (ανάμεσά τους 29 γυναίκες και 6
ανήλικα παιδιά), εκατοντάδες τραυματίες και ζημιές σε ελληνικές περιουσίες και
σπίτια ύψους 1.250.000 δολαρίων, όταν ο δήμαρχος της πόλης αναγκάστηκε να
επιβάλλει απαγόρευση της κυκλοφορίας και την επέμβαση του στρατού για να
καθαρίσει τους δρόμους.
Κανένας Ελληνας δεν
αποζημιώθηκε ποτέ για τις ζημιές με πρόσχημα τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα
στην ελληνική την καναδική και την βρετανική κυβέρνηση.
Οι μνήμες του ρατσιστικού
πογκρόμ της πόλης του Τορόντο έχουν μετατραπεί σήμερα σε φιέστα όπου
αντιρατσιστές συγκεντρώνονται στις συνοικίες των ελληνόφωνων και τρώνε μαζικά
greek souvlaki, tzatziki, mousaka κλπ μεσογειακά εδέσματα.
Ένα ντοκιμαντέρ για τα πογκρόμ
εναντίον των Ελλήνων μεταναστών στο Τορόντο το 1918. Τον Αύγουστο του 1918 ένα πλήθος 50.000 καναδών
"πατριωτών" επιδόθηκε για μέρες σε ένα ανελέητο πογκρόμ σε βάρος των ελληνόφωνων
μεταναστών της πόλης. Το αποτέλεσμα αυτού του ρατσιστικού πογκρόμ ήταν ο θάνατος
αρκετών μεταναστών, μεταξύ των οποίων 29 γυναίκες και 6 ανήλικα παιδιά καθώς και
υλικές ζημιές 1.000.000 δολαρίων.
Η αφορμές ήταν πολλές. Για χρόνια οι ελληνόφωνοι
μετανάστες, μικροιδιοκτήτες και εργαζόμενοι κυρίως στον επισιτισμό (greek
restaurants) αποκαλούνταν από τους ντόπιους "slackers", δηλαδή "τεμπελχανάδες"
επειδή κατα τους ρατσιστές απέφευγαν τις βαριές δουλειές του φορτοεκφορτωτή, του
ξυλοκόπου ή του βιομηχανικού εργάτη και δούλευαν σαν μάγειροι, ψήστες, σερβιτόροι
ή υπάλληλοι εμπορικών καταστημάτων. Ακολούθησε μια σειρά από γεγονότα όπως οι καλές σχέσεις
του τότε πρωθυπουργού Βενιζέλου με το γερμανό Κάιζερ, η ουδετερότητα της χώρας προέλευσής
τους κατα τις αρχές του Α' παγκοσμίου πολέμου και η άρνηση των ελληνόφωνων μεταναστών
να καταταγούν στον Καναδικό στρατό που όξυναν τις ρατσιστικές αντιλήψεις σε βάρος
τους. Επιστρέφοντας οι χιλιάδες των βετεράνων καναδών από
τη σφαγή χαρακωμάτων του Α' παγκοσμίου πολέμου, πολλοί απ'αυτούς ανάπηροι και σε
άθλια οικονομική κατάσταση, βρήκαν τους ελληνόφωνους μετανάστες που αποτελούσαν
το 0,5% του πληθυσμού της πόλης να ευημερούν έχοντας στην κατοχή τους το 35% των
μικρομεσαίων καταστημάτων. Τον Αύγουστο του 1918, 10.000 βετεράνοι διαδήλωσαν
στους δρόμους συνεπικουρούμενοι από 40.000 καναδούς πολίτες. Οι πολυήμερες διαδηλώσεις
συχνά εξετράπησαν σε πογκρόμ σε βάρος μαγαζιών και σπιτιών μεταναστών με την αστυνομία
στην καλύτερη περίπτωση θεατή ενώ δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου καναδοί αστυνομικοί
έπαιρναν ενεργά μέρος στο πογκρόμ σε βάρος των ελληνόφωνων. Οι μνήμες του ρατσιστικού πογκρόμ της πόλης έχουν
μετατραπεί σήμερα σε φιέστα όπου "αντι"ρατσιστές συγκεντρώνονται στις
συνοικίες των ελληνόφωνων και τρώνε μαζικά greek souvlaki, tzatziki, mousaka κλπ
μεσογειακά εδέσματα. Οι συγκρίσεις με τα σημερινά πογκρόμ μεταναστών σε
αθήνα και πάτρα με την ανάλογη στάση της αστυνομίας και κάποιων "πολιτών"
είναι αναπόφευκτες. Για το γεγονός έχει γυριστεί ντοκυμανταίρ με βίντεο
από σκληρές εικόνες της εποχής που κυκλοφορεί σε dvd με υπότιτλους στα ελληνικά
με τον τίτλο "violent august".
Το πολύνεκρο ναυάγιο έξω από την Πύλο δεν είναι μόνο μια τραγωδία την οποία δεν μπορεί συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Η εκατόμβη των προσφύγων και μεταναστών αποτελεί το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εγκληματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ελληνικής κυβέρνησης.
Είναι το το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της άγριας καταστολής και της στρατιωτικοποίησης των συνόρων · των φραχτών και των pushbacks · της άρνησης βοήθειας στα σκάφη που κινδυνεύουν και της εγκατάλειψης των προσφύγων στην ανοιχτή θάλασσα · των στρατοπέδων και της κατάργησης του ασύλου · της διαρκούς βίας, της μηδενικής ανοχής και του ηθικού πανικού. Η εκατόμβη της Πύλου είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτικής που κάνει τη μετανάστευση όλο πιο δύσκολη, την μετακίνηση όλο πιο επικίνδυνη -χωρίς βέβαια να τη σταματάει. Στην Πύλο διαπράχθηκε ένα μαζικό έγκλημα.
Αυτές τις σκοτεινές ώρες είναι επιτακτική ανάγκη να μη συνηθίσουμε τον θάνατο, να μη συνθηκολογήσουμε με τη βαρβαρότητα. Να παραμείνουμε άνθρωποι.
Μα για μάς τους παλιούς φίλους ήταν ένα Reunion συγκινητικότατο που ξεκίνησε με την αναφορά από σκηνής των θανάτων
Των αγαπημένων μας Ελένης και Ειρήνης αδελφών Βουρλούμη και συνεχίστηκε μετά την προβολή με συναντήσεις, των εν ζωή ακόμα, φίλων που μάς σημάδεψαν από την πρώτη νιότη και συνετέλεσαν να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα.
Για σάς ίσως είναι μόνο ονόματα, για μένα είναι κομμάτια της ζωής μου…
Πρώτος ο Πάνος βέβαια- παιδιόθεν κολλητός
Και
Μαριάννα Παπαγεωργίου
Δημήτρης Ξανθούλης
Ρεβέκκα Καμχή
Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Άντζελα Μπρούσκου
Μιχάλης Νερομυλιώτης Αντωνία Μπλέτα
Και - η οικογένειά μου πιάνει μια σειρά καθισμάτων
με
Μαρία Χαρτοφυλακίδου
Γιάννη Κοκιασμένο
Εύη Αδριανού
και, εννοείται
Ελισάβετ Χρονοπούλου και Πάρι Μέξη.
[Αν ξέχασα αγαπημένο φίλο μη θυμώσετε, θα θυμηθώ και θα προσθέσω.. Κι αν έχετε φωτογραφίες ή videos όπως εκείνο που κουβεντιάζω με το Δημήτρη Ξανθούλη ενώ σε πρώτο πλάνο χορεύει η Σμαράγδα Καρύδη,
παρακαλώ στείλτε το να το προσθέσω στο blog
διότι σ' αυτό δεν τα παίρνει η ροή και μένουν να θυμνόμαστε]
Ακολουθούν τα του Dodo (από Κάννες και αθηναϊκή πρεμιέρα)