Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Παρντόν και έγινε με μια συγγνώμη και ένα ευχαριστώ

                                   

 

Είναι γνωστά τα τελευταία λόγια της Μαρίας Αντουανέττας πριν σκύψει να ακουμπήσει το κεφάλι της στη λαιμητόμο. ‘Παρντόν, Κύριε’*ψιθύρισε στο Δήμιο επειδή τον πάτησε, κατά λάθος, σκοντάφτοντας στα σκαλιά καθώς ανέβαινε στην εξέδρα..

 

Υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων που δε ζητά συγγνώμη. 

Χωρίζεται σε αμέτρητες υποκατηγορίες, όπως λ.χ. εκείνους που δεν κάνουν ποτέ λάθος ή εκείνους που πιστεύουν ότι είναι λάθος να παραδεχθείς το λάθος σου ή εκείνους που έχουν ζήτημα εγωισμού, που νομίζουν πως μια συγγνώμη είναι αποδοχή χρέους δυσβάσταχτου.

 Άλλοτε είναι θέμα αγωγής κι ανατροφής και περιβάλλοντος, άλλοτε θέμα εγωισμού. Μα αυτά, αυτούς, τους ξέρουμε. 

Με το άλλο απορώ. Εκείνους που δε λένε ευχαριστώ για μικρά ή μεγάλα, ούτε μηχανικά όπως δίχως σκέψη ευχαριστούμε από (καλή) συνήθεια όποτε μάς δίνουν κάτι, είτε όταν αλήθεια μας βοήθησαν και το εννοούμε και θέλουμε να εκφραστεί ότι πολύ το υπολογίζουμε.

Και αυτούς, όμως, που δυσκολεύονται να με ευχαριστήσουν, τους συνήθισα στη χώρα αυτή που μου έτυχε να ζω. Η απορία μου σήμερα -επειδή μόλις μου έτυχε με φιλοδώρημα σε ντελιβερά- είναι πότε ακριβώς και με ποια λογική έγινε το ‘έγινε’ συνώνυμο του ‘ευχαριστώ’.

 

___________________________________________________


*‘Pardonnez-moi, monsieur. Je ne l'ai pas fait exprès.

‘Παρντόν, Κύριε, δεν το έκανα επίτηδες’  είπε στον Ανρί Σανσόν, τον πασίγνωστο Δήμιο της Επανάστασης.



Εξαντλημένη από την τετραετία στη φυλακή και την αγωνία για το μέλλον των παιδιών της, ταλαιπωρημένη για μήνες από ακατάσχετες αιμορραγίες αδιάγνωστου γυναικολογικού προβλήματος που εκτός της εξάντλησης είχε συνέπεια και την ταπείνωση στις δύσκολες συνθήκες φυλακής (κι εκείνων των προ ταμπόν και τρεχούμενου νερού εποχών) μόλις είχε μεταφερθεί στην ξύλινη εξέδρα της Καρμανιόλας από το σκοτεινό και υγρό κελί της στην Κονσιερζερί. Τρέμοντας από το κρύο μέσα στο λευκό λεπτό μεσοφόρι της, κουρεμένη πάνω από τον αυχένα για τον αποκεφαλισμό, η ‘Χήρα Καπέτου’ όπως λεγόταν πιά, στις 16  Οκτωβρίου 1793 είχε μόλις διασχίσει σε ανοιχτό κάρο το Παρίσι (γιατί πολλά είχαν μεσολαβήσει από όταν το Λουδοβίκο, τον άνδρα της κι άλλους αριστοκράτες τους μετέφεραν σε κλειστές άμαξες). 

Από νωρίς περίμενε ο λαός στη διαδρομή και οι θρυλικές ‘Poissardes’ (οι γυναίκες ‘της αγοράς’ που έγιναν γυναίκες-σύμβολα της Επανάστασης όταν διαδηλώνοντας το 1789 μπήκαν στις Βερσαλλίες για να ζητήσουν από τον ίδιο το Βασιλιά ψωμί και αψηφώντας πύλες, φύλακες και στρατό βρήκαν τα διαμερίσματά της βασιλικής οικογένειας και τους μετέφεραν όλους στην πρωτεύουσα) πρωτοστατούσαν φωνάζοντας συνθήματα της Επανάστασης και πετώντας βρωμιές και σάπια λαχανικά στην Πρώην Βασίλισσα. 

Λένε ότι η Μαρία Αντουανέττα έσκυψε και σήκωσε με χάρη ένα τέτοιο σάπιο κρεμμύδι και το μύρισε σα να της είχαν προσφέρει τριαντάφυλλο την ώρα του χορού . Η ιστορία είναι χαρακτηριστικά φτιαχτή, κάποιου αδαούς που δεν κατανοεί τι είναι ο βαθύς πόνος , μα ούτε μπορεί να φανταστεί την αγεφύρωτη απόσταση που, στα ίδια της τα μάτια, εκείνη, ως απόγονος Καισάρων, είχε από τις αόρατες γι’ αυτήν ‘Ψαρούδες’. Μια απόσταση που τελικά είναι κι ένα απ’ τα αίτια άγριου μίσους και οργής προς την ασπρομάλλα 37χρονη χήρα που είναι γνωστό πως ούτε στα νιάτα και τις δόξες της δε αγάπησε κοσμικές προστριβές και κατινιές του σαλονιού. Πρώτα-πρώτα διότι ήταν μυωπική κι αν κάτι μύρισε ίσως να ήταν για να δει τι ήταν, αλλά πιο πιθανό είναι να είχε αλλού το νου της.  Όμως, κυρίως, πώς θα έπιανε κάτι αφού τα χέρια της σε όλη τη διαδρομή ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη της;  Αυτά μάλιστα τα δεμένα χέρια μαζί με την εξάντληση και τη μυωπία της στη διαδρομή στο πρωινό φως μετά από μήνες στο σκοτεινό κελί είναι, όπως διηγείται ο Στέφαν Τσβάιχ στην εξαιρετική βιογραφία της, η αιτία που σκόνταψε πάνω στο Δήμιο ανεβαίνοντας στην καρμανιόλα.


21 Oct 1793 The Evening Mail

 

Τσβάιχ. Πληροφορία ως κάτι πιο προσωπικό, αν διασκεδάσατε που φέρνω τόσες λεπτομέρειες:

Διάβασα 12 ετών τη βιογραφία της από τον συμπατριώτη της Στέφαν Τσβάιχ (την οποία συστήνω) κι έγινε αιτία στο Παρίσι να πάω στην Κονσιερζερί τη φυλακή της, να χαρώ τις Βερσαλλίες που λάτρεψα και με κατέκτησαν κι αυτές και οι κήποι και το Ροκοκό ως ρυθμός και της απλότητας καλαισθησία του Τριανόν που μου καλλιέργησε μια εκτίμηση βαθιά της Φύσης, κι είχαν αυτές οι πολύ νεανικές ανακαλύψεις μου συνέπεια το μακρύ αισθητικό και πολιτικό ταξίδι απ’ το οποίο δεν έχω επιστρέψει ακόμα.


Να και οδηγίες πώς να πείτε ένα ρημάδι 'ευχαριστώ'. Όλα τα βρίσκει ο άνθρωπος στο Ίντερνετ.



Να και το Google! 
O λόγος που (παρά τις Μαρίες Αντουανέττες μου) εικονογραφώ κάπως τριτοκλασάτα με ελληνική ταινία είναι που ψάχνοντας από που να ήρθε αυτό το 'Έγινε!' σκέφτηκα το 'Ιέφτασιιι'. Δηλαδή:
Παραγγέλνει καφέ ο πελάτης,
'Εφτασεε!!' φωνάζει ο καφετζής (πριν καλά καλά τον ξεκινήσει).  
Λέει το αφεντικό 'πρέπει να ανέβουν κι εκείνα τα καφάσια πάνω.
'Έγινε, αφεντικό' απαντά ο Μπακαλόγατος, κατά το 'πες πως έγινε', δηλαδή 'άσ' το πάνω μου'.
Ένας τύπος απάντησης που δείχνει προθυμία και σεβασμό δηλαδή. 
Οπότε.... οπότε, σκέπτομαι, αυτό το 'έγινε' με ένα μυστηριώδες άλμα ενώ δε σημαίνει κάτι αν συσχετιστώ με το διάλογο, φέρνει ένα φορτίο συναισθηματικό, προθυμίας και σεβασμού προς το.. 'Αφεντικό'- άρα ευεργέτη, άρα 'θα σου 'λεγα τώρα πως σε ευχαριστώ μα δε θέλω να πάρεις αέρα επειδή μου κανες μια εξυπηρέτηση (διότι είμαι και αχάριστος εκτός από αγενής).
Εσείς; Τι λέτε; το τραβάω πολύ; Έχετε άλλη ερμηνεία;



______________________________________________________


Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Επί σκοπώ πλουτισμού της Ελισάβετ Χρονοπούλου __Παρουσιάσεις, podcasts κ.α. (κι εγώ μαζί, ΣΥΣΤΗΝΩ)


                                 της Ελισάβετ Χρονοπούλου, Εκδόσεις Πόλις

Απόψε Παρασκευή,

η αδελφή μου Ελισάβετ Χρονοπούλου

ξεκινά τον κύκλο των ζωντανών Παρουσιάσεων

(ο άλλος των τηλεοπτικών, ραδιοφωνικών και podcast-ικών, ξεκίνησε πριν καλά-καλά ξεκινήσουν οι ανατυπώσεις/επανεκδόσεις που μας αιφνιδίασαν διότι μωρό είναι ακόμα, μηνών είναι)

 το εξαιρετικό αυτό βιβλίο που

ΥΠΕΡΣΥΣΤΗΝΩ.


 

Τρίτη φορά το διαβάζω απόψε. Η πρώτη ήταν το χειρόγραφο, στο στάδιο εκείνο που το έργο έχει τελειώσει μα όλο και κάτι θέλει, ζητά το λούστρο του, το ίδιο ζητά, μιλά στο δημιουργό για μικροατέλειες, μικροκενά που μόνο εκείνο ξέρει κι εντοπίζει. Είναι στιγμή επικίνδυνη, σα ζηλιάρης εραστής γίνεται το νεογέννητο που, αντί με μια γερή σπρωξιά με χαρά να βγει στον κόσμο, διστάζει να γεννηθεί και τείνει αντίστροφα, προσπαθώντας να ρουφήξει το γονιό του στη δίνη τη μοιραία της ατολμίας και της ανασφάλειας, όταν ξέρει  πώς, σε ώρα κόπωσης, να ψιθυρίζει ότι δεν είναι έτοιμο, θέλει δουλειά ακόμα και ‘δες πάλι αυτό’ και ‘ψάξε εκείνο’ καθώς και ότι το εκθέτεις στους κριτές να κατασπαραχθεί κι αυτό κι εσύ μαζί κι οι κόποι και το μέλλον σου επειδή τι τη θες την έκδοση αφού μια χαρά δεν ήσασταν τα δυό σας τόσα χρόνια;  ‘άσε με στο αμνιακό υγρό να βράσω λίγο ακόμα στο οικείο ζεστό ζουμί μας’. 

Σ΄αυτό το στάδιο είχα τη χαρά να το πρωτοδιαβάσω κι ήταν η χαρά μεγάλη διότι το βιβλίο αυτό είναι από τα αναγνωρίσιμα. Απνευστί διαβάζεται, καλογραμμένο καλοδουλεμένο, από την πρώτη σελίδα σε ρουφά ―όχι σε δίνη όμως, μα στο ζωντάνεμα της εποχής που ζωντανεμένη μας τη δίνει να τη ζήσουμε και να τη μάθουμε.

Ενθουσιάστηκα από την πρώτη ανάγνωση, στον υπολογιστή μου, πριν το δω βιβλίο. Και το συζήτησα και το χάρηκα και το περίμενα να εκδοθεί γιατί ανυπομονούσα να το μοιραστώ, όπως γίνεται με τα έργα που ανακαλύπτουμε και δεν κρατιόμαστε, τρέχουμε να τα διηγηθούμε, να τα χαρίσουμε, να τα συστήσουμε, για να απλωθεί η χαρά, να εξαπλωθεί κι η γνώση.

Και έτσι έγινε. Πριν καν να φτάσει στα βιβλιοπωλεία, η φήμη του προπορεύτηκε, επειδή, φαίνεται, όποιος το απολαύσει δεν κρατιέται, σα να ξεδίψασε και― όπως κι εγώ όταν το πρωτοδιάβασα―  τώρα άλλο δεν ποθεί παρά να το μοιραστεί για να ξεδιψάσουν κι άλλοι.

 

Και θα είναι απόψε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα βραδιά διότι με κανονιές και με καμπάνες ξεκινά ορμητικότατα, αφού ο συνομιλητής της συγγραφέως δεν είναι άλλος από τον ιστορικό Μενέλαο Χαραλαμπίδη που τους ‘Δωσίλογους’ μάς χάρισε, ένα σπουδαίο βιβλίο στο ίδιο θέμα, ένα βιβλίο καθρέφτη που διδάσκει και πονά, ένα βιβλίο που (αν με ξέρετε το ξέρετε, γιατί σας έχω ζαλίσει ξανά και ξανά να αναφέρω και να το συστήνω).


__________ Ακολουθεί η Πρόσκληση, κριτική και αποσπάσματα από podcasts/συνεντεύξεις, αναρτήσεις, εικόνες. Χαρείτε τα!

 

 



 

Menelaos Charalampidis  Penny Lane Bookshop .

Το περίμενα αυτό το βιβλίο.

Καιρό τώρα η φίλη μου Ελισάβετ Χρονοπούλου, μου έλεγε ότι έγραφε αυτό το βιβλίο. Και είχα πάντα την περιέργεια να δω πώς δουλεύει μια λογοτέχνης πάνω στο θέμα που τόσα χρόνια δούλεψα και εγώ από την οπτική του ιστορικού. Είχα την χαρά να είναι ένας από τους ανθρώπους που μίλησαν για το βιβλίο μου «Οι Δωσίλογοι» στην πρώτη παρουσίαση που έγινε στην Αθήνα. Τώρα έχω τη χαρά να μιλήσω μαζί της για το δικό της εξαιρετικό βιβλίο.

Αύριο Παρασκευή 27/3 στις 7 το απόγευμα θα μιλήσουμε για το «Επί σκοπώ πλουτισμού», το νέο βιβλίο της Ελισάβετ Χρονοπούλου στο βιβλιοπωλείο Penny Lane Bookshop (Ομήρου 2, Νέα Σμύρνη).

Σας περιμένουμε



 



Η ΑΥΓΗ

Βιβλιο-φιλικά / Μια αναφορά στο περιθώριο της σελίδας

 

H Ελισάβετ Χρονοπούλου γράφει για το φαινόμενο του ελληνικού δωσιλογισμού όχι με τον τρόπο της Ιστορίας αλλά με τους τρόπους της λογοτεχνίας

Η Ελισάβετ Χρονοπούλου στο διήγημα «Λεβίδου 3, Κολωνός» της συλλογής διηγημάτων «Ο έτερος εχθρός», που είχε κυκλοφορήσει το 2017 από τις εκδόσεις Πόλις, περιγράφει την πορεία μιας γυναίκας -μάνας, κόρης, αδελφής- που καθώς πάει να περισυλλέξει τα ρούχα του προσφιλούς νεκρού κατά την περίοδο της Κατοχής, απρόσμενα της προσφέρονται δυο-τρεις σταφίδες και εκείνη τις βάζει στο στόμα όλες μαζί προσπαθώντας να χορτάσει την πείνα της σε μια κίνηση ζωτική και βέβηλη ταυτοχρόνως, καθώς η ανάγκη για τροφή του σώματος του ζωντανού όντος υπερνικά το πένθος, ακόμη και την οδύνη του θανάτου. Μια αντίστοιχης έντασης αλλά και αγριότητας σκηνή συναντάμε στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος της Χρονοπούλου «Επί σκοπώ πλουτισμού». Ο ηλικιωμένος άντρας, ο «παππούς», σέρνεται στο πάτωμα με ένα κομμάτι μισομαγειρεμένο κρέας στο στόμα με το οποίο ξορκίζει τον θάνατο από πείνα, στερώντας το όμως από τα άλλα μέλη της οικογένειας. «Ο παππούς. Σέρνεται στο πάτωμα, στο παγωμένο μωσαϊκό στο δεξί χέρι κρατάει σφιχτά ένα κομμάτι κρέας, τα δάχτυλα στάζουν λίπος και αίμα, ο πατέρας τον κλωτσάει στην κοιλιά, τον κλωτσάει στο πρόσωπο, του πατάει τον καρπό με το πόδι για ν’ αφήσει το κρέας (...) Μισοπεθαμένος παλεύει να γαντζωθεί σ’ αυτόν τον κόσμο».

Είναι άγρια, βίαιη, σκοτεινή, γεμάτη αντιθέσεις η εποχή με την οποία καταπιάνεται η Χρονοπούλου. Με αφορμή μια έρευνα στα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Αθηνών της περιόδου 1945-1949, συνδυάζοντας την ιστορική τεκμηρίωση με τη μυθοπλαστική δημιουργικότητα και ελευθερία, γράφει για το φαινόμενο του ελληνικού δωσιλογισμού όχι με τον τρόπο της Ιστορίας αλλά με τους τρόπους της λογοτεχνίας, δημιουργώντας ήρωες σάρκινους και πειστικούς, οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με διαχρονικά ερωτήματα για το πώς διαχέεται η βία και για το πώς επιδρά στις ζωές των ανθρώπων ακόμη και όταν αυτές εξελίσσονται πολλές δεκαετίες μετά τα τεκταινόμενα -«απαντώντας» εμμέσως σε ερωτήματα όπως εκείνο το περίφημο του Κυριάκου Μητσοτάκη «τι τον ενδιαφέρει η δολοφονία του Λαμπράκη τον σημερινό 17χρονο;»- και για το πώς εντέλει σε στιγμές μεγάλης ιστορικής πυκνότητας δημιουργούνται δίπολα: από τη μια η αντίσταση, από την άλλη η συνεργασία με τους κατακτητές. Από τη μια η δράση της 17χρονης επονίτισας Αμαλίας, από την άλλη ο Γιώργος Ασλανίδης που πλούτισε όπως τόσοι άλλοι σε βάρος των συμπατριωτών του και όταν τελείωσε η γερμανική κατοχή έμεινε ατιμώρητος να ζει τη ζωή του σαν να μην πάτησε -κυριολεκτικώς- επί πτωμάτων.

«Από τι ανθρώπινο υλικό χτίστηκε η μεταπολεμική Ελλάδα;» αναρωτιέται ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, συγγραφέας του εμβληματικού έργου «Οι Δωσίλογοι - Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής», στο πολύ κατατοπιστικό επίμετρο. Μέσω της λογοτεχνικής ανάπλασης ιστορικών γεγονότων, χρησιμοποιώντας πρωτογενές υλικό αρχείων από τις δίκες των δωσιλόγων, την ατμόσφαιρα και τις πληροφορίες από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας όσο και υπεράσπισης, δημόσια έγγραφα, ημερολογιακές σημειώσεις, επιστολές και ποιήματα, η Χρονοπούλου συνομιλεί με το χθες με θαυμαστή αμεσότητα επιχειρώντας να ερμηνεύσει την πολιτική συγκυρία και τα πολιτικά γεγονότα που διαμόρφωσαν το πρόσωπο της χώρας από την εποχή της Κατοχής και του Εμφυλίου μέχρι και σήμερα.

Αλλά όλα αυτά δεν θα είχαν τόση βαρύτητα αν δεν κατόρθωνε να δώσει σάρκα και αίμα στους ήρωές της. Να τους τοποθετήσει ως μοναδικότητες μέσα στη λαίλαπα της Ιστορίας. Να αναζητήσει τα ονόματά τους, έστω και μια μικρή αναφορά αυτών, μέσα στα δημόσια έγγραφα για να σφραγίσει το πέρασμά τους από τη ζωή. «(...) αν εγώ, ο ιστορικά αστοιχείωτος, ενδιαφερόμουν τόσο πολύ για την Ιστορία, ήταν επειδή λαχταρούσα να συναντήσω εκεί μέσα την Αμαλία. Να τη βρω έστω σε μια σελίδα, στο περιθώριο μιας σελίδας (...)». Το παρόν είναι «αστοιχείωτο», το παρελθόν όμως εισβάλλει από τις ρωγμές, από τις υπεκφυγές, από τις ένοχες σιωπές. Τα μάτια της κατακρεουργημένης Αμαλίας μάς κοιτάζουν από αυτό το παρελθόν με την ίδια αδυσώπητη σπαρακτική δύναμη που μας κοίταξαν οι 200 της Καισαριανής 80 χρόνια μετά τον θάνατό τους σε ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο που περικλείει τη στιγμή αλλά και όλο το αιματοβαμμένο πριν και όλο αυτό που θα ερχόταν μετά και που είναι ακόμη εδώ. Γι’ αυτό το εδώ μιλάει η Χρονοπούλου. Για ένα συλλογικό τραύμα αντιστροφής της πραγματικότητας και ατιμωρησίας. Για ένα έγκλημα που το μέγεθός του δεν έχει αποκαλυφθεί ακόμα.

Με πισωγυρίσματα στον χρόνο, εναλλασσόμενες αφηγήσεις, περίσσεια συναισθήματος, πλήρη έλεγχο του πολυσχιδούς υλικού της, η Χρονοπούλου δίχως να φοβάται μην τη «ρουφήξει» το δράμα και δίχως να ηθικολογεί ανατέμνει μια ηθική επιλογή: τη βία ως απάντηση στην ατιμώρητη βία. Είναι απόδοση δικαιοσύνης ή ένα νέο έγκλημα; Πού αρχίζει και πού τελειώνει η ατομική ευθύνη; Για πόσο ακόμη θα βαδίζουν αγέρωχα προς τον θάνατο οι αδικαίωτοι νεκροί;


ΤΟ ΒΗΜΑ

«Είμαστε πλασμένοι από το παρελθόν»: H Ελισάβετ Χρονοπούλου για το «Επί σκοπώ πλουτισμού»

https://www.tovima.gr/2026/03/24/books-ideas/eimaste-plasmenoi-apo-to-parelthon-h-elisavet-xronopoulou-gia-to-epi-skopo-ploutismou/#goog_rewarded



Podcast «Ιστορίες Καλοσύνης» με την Ευγενία Λουπάκη

https://open.spotify.com/episode/1UeCTC9x6AWOaDuXX5nzws?si=uXqgRARhSeiml227j6zb1A


Για το μυθιστόρημα της Ελισάβετ Χρονοπούλου «Επί σκοπώ πλουτισμού» [εκδόσεις Πόλις] γράφει η Τζίνα Ψάρρη στο Fractal.

Με γλώσσα απλή και πολλές αφηγηματικές τεχνικές (ποίηση, επιστολές, επίσημα έγγραφα, ημερολόγιο, εσωτερική και εξωτερική εστίαση), μας παραδίδει ένα εξαιρετικό ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά και ένα άρτιο λογοτεχνικό κείμενο, όπου η πληθώρα εκφραστικών τρόπων, εκτός των τεχνικών που προανέφερα, δημιουργούν ένα δείγμα υπέροχης νεοελληνικής λογοτεχνίας, το οποίο δεν «επιτρέπει» στον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του πριν φτάσει στην τελευταία σελίδα. Ένα μυθιστόρημα που σε αναγκάζει, πότε με λυρισμό και πότε με ωμό ρεαλισμό, να σκεφτείς με θλίψη – κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια – πως τελικά το αθώο αίμα που χύθηκε, έμεινε αδικαίωτο, ότι είναι απόλυτα σωστοί οι στίχοι σ’ ένα από τα ποιήματα της Αμαλίας. 

«Τα βήματα μας τα σκέπασε το χιόνι

Έλιωσαν τα ίχνη μας»



_____________________________________________________________________

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Σας προσκαλούμε στην παρουσίαση του βιβλίου της Ελισάβετ Χρονοπούλου

«Επί σκοπώ πλουτισμού»

που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

αύριο Παρασκευή 27 Μαρτίου και ώρα 19.00

στο βιβλιοπωλείο «Penny Lane»

(Ομήρου 2, Νέα Σμύρνη, τηλ.: 210-9406547)

 

Με τη συγγραφέα θα συζητήσει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, ιστορικός και συγγραφέας.

Προσθέτω κατόπιν εορτής



_____________________________________________________________________











 

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Στο καθήκον ως την καταστροφή του κόσμου- #ΙΡΑΝ

 


Ιρανός φούρναρης επί το έργον αφού έμαθε ότι σκοτώθηκε ο αδελφός του. «Αυτή είναι η δική μου πρώτη γραμμή», λέει.  

Μου θύμισε εκείνο τον 'ψωμά' της Πομπηίας που είχε εντυπωσιάσει το Σεφέρη- αφοσιωμένος στο καθήκον την ώρα που καταστρεφόταν ο κόσμος του.

______________________________

Εικόνες

Ο Ιρανός φούρναρης, σήμερα

Ο Φούρναρης της Πομπηίας και ψωμί της Πομπηίας

Φούρνος στην Πομπηία (Τοιχογραφία, fresco)

 









Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

'Κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές..' ―η ταινία


Μια ταινία, ένα σύγχρονο απολαυστικό ντοκιμαντέρ για τις θρυλικές Τζιτζιφιές, από τα πρώτα χρόνια ως εποχές των Μικρασιατών και των Ρεμπέτηδων μέχρι σήμερα. Πρόκειται για την τρίτη κινηματογραφική δουλειά των Σπύρου Κερκύρα και Mike Πούγουνα, στην οποία καταγράφεται το πολιτιστικό αποτύπωμα της Καλλιθέας ή κάποιας από τις γειτονιές της. Ένα επίτευγμα αγάπης κι αφοσίωσης φτιαγμένο με τα απλούστερα μέσα: τα κινητά τους και μια βιντεοκάμερα super 8.


Υπέρσυστήνω.


Ακολουθούν  περισσότερα και η ταινία.  

προς την οποία, για ευκολία σας αν βαριέστε να μου χαρίζετε θεάσεις στο ιστολόγιο, αναρτώ και απ’ ευθείας σύνδεσμο, εδώ κάτωθι, στο πρώτο σχόλιο.



Πληροφορίες

Το ντοκιμαντέρ «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…» είναι η τρίτη κινηματογραφική δουλειά του Σπύρου Κερκύρα και του Mike Πούγουνα, στην οποία καταγράφεται το πολιτιστικό αποτύπωμα της Καλλιθέας ή κάποιας από τις γειτονιές της. Μετά τις δύο μικρού μήκους, με τίτλο «Όταν η Καλλιθέα Πήγαινε Cinema» που έχουν ως θέμα τους τις κινηματογραφικές αίθουσες της περιοχής, έρχονται τώρα να συνεχίσουν την καταγραφή της αστικής λαογραφίας με μία μεγάλου μήκους και να καταγράψουν την δημιουργία και την οικονομική ανάπτυξη της γειτονιάς στην οποία γεννήθηκαν: των Τζιτζιφιών. Μέσα από μαρτυρίες, περιγράφεται το πώς ο Ιππόδρομος έδωσε δουλειές στους πρόσφυγες που ήρθαν στην περιοχή και πως μέσω της μουσικής, άλλαξε ο χάρτης της διασκέδασης στην Αθήνα. Έχοντας ως οδηγό τον Γιάννη Παπαϊωάννου και το μπουζούκι του, στο ανεξάρτητο αυτό ντοκιμαντέρ, μιλούν μαγαζάτορες, μουσικοί, τραγουδιστές, αναβάτες, ιδιοκτήτες αλόγων και εργαζόμενοι σε νυχτερινά μαγαζιά του ’50, του ΄60 και του ‘70, ξεκινώντας όμως την αφήγηση από τα τέλη του 19ου αιώνα και τελειώνοντας λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου μουσικού. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, στο «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…» δεν θα μπορούσε να μην γίνει εμφανής, η εξέλιξη του Ελληνικού τραγουδιού στον 20ο αιώνα, με το ρεμπέτικο να μεταμορφώνεται στην δεκαετία του 1950 σε λαϊκό και από λαϊκό, να μετατρέπεται στο τραγούδι της πίστας που γνωρίζουμε σήμερα. Με αυτόν τον μουσικό τρόπο, οι δύο συνεργάτες, συμπληρώνουν με ένα μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ φτιαγμένο, υπό μορφήν καλπασμού, με την κάμερα του κινητού και μια βιντεοκάμερα super 8, αυτή την «Δέσμη Μικρών Φιλμ - 4 τετραγωνικά χλμ.» που είναι και η έκταση την οποία καλύπτει η Καλλιθέα.




Mike Pougounas

Κάπου εδώ ολοκληρώθηκε ένα εγχείρημα που ξεκίνησα με τον Σπύρο Κερκύρα, με τίτλο «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…»

Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου ουσιαστικά, στην οποία καταγράψαμε δύο συστατικά που χαρακτήρισαν την γειτονιά μας: τα μπουζούκια και τα άλογα.

Οι Τζιτζιφιές ήταν μια περιοχή που, για περίπου 30 χρόνια, έγινε το επίκεντρο της διασκέδασης στην Αθήνα, εξαιτίας της ανάπτυξης της, όταν εγκαταστάθηκαν 22.000 πρόσφυγες μετά την Μικρασιατική καταστροφή, για να αρχίσουν το 1925 οι ιππικοί αγώνες στον νεόκτιστο Ιππόδρομο.

Ξεκινήσαμε την αφήγηση από τα τέλη του 19ου αιώνα και σταθήκαμε πολύ τυχεροί που βρήκαμε οπτικό υλικό των Τζιτζιφιών από την δεκαετία ήδη του 1920 και μετά.

Τα χρήματα που δημιουργούσε ο Ιππόδρομος έφεραν τους ρεμπέτες του Πειραιά στις Τζιτζιφιές και έτσι κι εμείς, πιαστήκαμε από το σακάκι του Γιάννη Παπαϊωάννου, που ήρθε στην γειτονιά μας για να δουλέψει σοβατζής στον Ιππόδρομο, μεταξύ άλλων, και τον ακολουθήσαμε μέχρι τον θάνατό του, τον Αύγουστο του 1972.

Μετά από αυτό, ο τρόπος διασκέδασης άλλαξε.

Η Ελληνική μουσική μεταλλάχθηκε και λίγο αργότερα έφυγαν και τα αλογάκια για το Μαρκόπουλο.

Δεν υπήρχε λόγος να φτάσει το ντοκιμαντέρ μέχρι εκεί…

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…» μια ανεξάρτητη δουλειά, με το ήθος του D.I.Y. την οποία ολοκληρώσαμε χρησιμοποιώντας τα απλούστερα μέσα: τα κινητά μας και μια βιντεοκάμερα super 8.

_________________


'Ογδοο, Γιάννης Αλεξίου


Με οδηγό τον Γιάννη Παπαϊωάννου και το μπουζούκι του, «…κι εγώ σε γύρευα στις Τζιτζιφιές…» μια ταινία για την ιστορική γειτονιά...

Μέσα από μαρτυρίες πώς άλλαξε ο χάρτης της διασκέδασης στην Αθήνα και η εξέλιξη του Ελληνικού τραγουδιού στον 20ο αιώνα..


______________________________________________________________________



_________________________

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Γιαγιά ή κωλόγρια; Τo Savoir Vivre

 

 

Μήπως εσείς οι νεότεροι να κόβατε αυτό το να λέτε τους μεγαλύτερους παππούδες και γιαγιάδες; 

Γνωρίζω πως, ίσως, έτσι το μάθατε μα δε βρισκόμαστε στη βουκολική Κίνα, δηλαδή δε συνοδεύεται από υποκλίσεις και εξυπηρετήσεις και σεβασμό, μα ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία, παραδόξως, όσο γερνά ο πληθυσμός τόσο αυξάνεται ο ηλικιακός ρατσισμός.

 

Μου το είπαν για φίλο μου, ακούω και  ‘τα παππούδια’ και σκέπτομαι ότι η γνώμη σας για μένα δε θα με ενοχλήσει: πείτε με γριά και κωλόγρια αν έτσι με βλέπετε. Γνώμη σας, δικαίωμά σας. Όμως γεννήτορές σας δεν είμαστε και οι ύπουλες υποτιμητικές ψευτοευγένειες δε σας τιμούν.


__________________________________________________________

ΣΧΟΛΙΑ

την ανάρτηση στο Facebook 

 

Konstantinos Kokkolis

Το κυρία ή κύριε (χωρίς μου καλύτερα) είναι μια χαρά. Το κυρά και κυρ- λαϊκίζον. Εγώ ακούω και στο γιατρέ/ιατρέ το οποίο δεν είναι ευαίσθητο ως προς την ηλικία.

Daphne Chronopoulou 

 Ακριβώς. Τι έχουν πάθει μα αυτό που λέγαμε 'μια κυρία/ένας κύριος';

......  Ενσυναίσθηση. Μα και στοιχειώδης ευγένεια.

...

Πίσω απ' την πλάτη μου εννοείται ας με πουν όπως θέλουν μα αν ζητούν απάντηση ή εκτίμηση καλό θα ήταν να το 'έπαιρναν αλλιώς' σιγά-σιγά.

Louiza Antypa 

στα Επτάνησα, κυρίως Κεφαλλονιά, το “κυρά”είναι προσφώνηση σεβασμού κ αστικής συμπεριφοράς, κ όχι λαϊκίζουσα γιατρέ.. (χωρίς μου).

Konstantinos Kokkolis

Δεκτό. Εγώ είμαι από τον Πειραιά και εδώ είναι αλλιώς.

 

Daphne Chronopoulou

Κυρά και Κυρ ήταν στα βυζαντινά χρόνια τιμητική προσφώνηση. Το συναντάμε κάτι σαν Sir (που φέρνει και ηχητικά).

Μα άλλο αυτό κι άλλο το 'Κυρά μου' ειπωμένο με αγανάκτηση ή το Κυρά-κάτι, σήμερα.



_________________________________________________________

 ΠΡΟΣΘΕΤΩ

Για χάρη της κουβέντας μας,
από Academia:

By Anastasia Kontogiannopoulou

Αναστασία Κοντογιαννοπούλου

Η προσηγορία κυρ στη βυζαντινή κοινωνία / Le qualificatif kyr dans la société byzantine, (2012)


https://daphnechronopoulou.blogspot.com/2025/12/o-savoir-vivre.html

 

_______________________________________________

ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Στις ασκήσεις κάτω. Νόμιζα ότι ήταν η Μπέτυ Γουάιτ από τα Χρυσά Κορίτσια, στα 85 της. Με διόρθωσαν όμως  ότι ποτέ της δε γυμναζόταν και έλεγε πως έφτασε στα 100 χάρη στο ανθυγιεινό φαγητό. Οπότε ενημερώνω.

https://daphnechronopoulou.blogspot.com/2025/12/o-savoir-vivre.html


#ageism #στερεότυπα #δικαιώματα