Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Παρντόν και έγινε με μια συγγνώμη και ένα ευχαριστώ

                                   

 

Είναι γνωστά τα τελευταία λόγια της Μαρίας Αντουανέττας πριν σκύψει να ακουμπήσει το κεφάλι της στη λαιμητόμο. ‘Παρντόν, Κύριε’*ψιθύρισε στο Δήμιο επειδή τον πάτησε, κατά λάθος, σκοντάφτοντας στα σκαλιά καθώς ανέβαινε στην εξέδρα..

 

Υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων που δε ζητά συγγνώμη. 

Χωρίζεται σε αμέτρητες υποκατηγορίες, όπως λ.χ. εκείνους που δεν κάνουν ποτέ λάθος ή εκείνους που πιστεύουν ότι είναι λάθος να παραδεχθείς το λάθος σου ή εκείνους που έχουν ζήτημα εγωισμού, που νομίζουν πως μια συγγνώμη είναι αποδοχή χρέους δυσβάσταχτου.

 Άλλοτε είναι θέμα αγωγής κι ανατροφής και περιβάλλοντος, άλλοτε θέμα εγωισμού. Μα αυτά, αυτούς, τους ξέρουμε. 

Με το άλλο απορώ. Εκείνους που δε λένε ευχαριστώ για μικρά ή μεγάλα, ούτε μηχανικά όπως δίχως σκέψη ευχαριστούμε από (καλή) συνήθεια όποτε μάς δίνουν κάτι, είτε όταν αλήθεια μας βοήθησαν και το εννοούμε και θέλουμε να εκφραστεί ότι πολύ το υπολογίζουμε.

Και αυτούς, όμως, που δυσκολεύονται να με ευχαριστήσουν, τους συνήθισα στη χώρα αυτή που μου έτυχε να ζω. Η απορία μου σήμερα -επειδή μόλις μου έτυχε με φιλοδώρημα σε ντελιβερά- είναι πότε ακριβώς και με ποια λογική έγινε το ‘έγινε’ συνώνυμο του ‘ευχαριστώ’.

 

___________________________________________________


*‘Pardonnez-moi, monsieur. Je ne l'ai pas fait exprès.

‘Παρντόν, Κύριε, δεν το έκανα επίτηδες’  είπε στον Ανρί Σανσόν, τον πασίγνωστο Δήμιο της Επανάστασης.



Εξαντλημένη από την τετραετία στη φυλακή και την αγωνία για το μέλλον των παιδιών της, ταλαιπωρημένη για μήνες από ακατάσχετες αιμορραγίες αδιάγνωστου γυναικολογικού προβλήματος που εκτός της εξάντλησης είχε συνέπεια και την ταπείνωση στις δύσκολες συνθήκες φυλακής (κι εκείνων των προ ταμπόν και τρεχούμενου νερού εποχών) μόλις είχε μεταφερθεί στην ξύλινη εξέδρα της Καρμανιόλας από το σκοτεινό και υγρό κελί της στην Κονσιερζερί. Τρέμοντας από το κρύο μέσα στο λευκό λεπτό μεσοφόρι της, κουρεμένη πάνω από τον αυχένα για τον αποκεφαλισμό, η ‘Χήρα Καπέτου’ όπως λεγόταν πιά, στις 16  Οκτωβρίου 1793 είχε μόλις διασχίσει σε ανοιχτό κάρο το Παρίσι (γιατί πολλά είχαν μεσολαβήσει από όταν το Λουδοβίκο, τον άνδρα της κι άλλους αριστοκράτες τους μετέφεραν σε κλειστές άμαξες). 

Από νωρίς περίμενε ο λαός στη διαδρομή και οι θρυλικές ‘Poissardes’ (οι γυναίκες ‘της αγοράς’ που έγιναν γυναίκες-σύμβολα της Επανάστασης όταν διαδηλώνοντας το 1789 μπήκαν στις Βερσαλλίες για να ζητήσουν από τον ίδιο το Βασιλιά ψωμί και αψηφώντας πύλες, φύλακες και στρατό βρήκαν τα διαμερίσματά της βασιλικής οικογένειας και τους μετέφεραν όλους στην πρωτεύουσα) πρωτοστατούσαν φωνάζοντας συνθήματα της Επανάστασης και πετώντας βρωμιές και σάπια λαχανικά στην Πρώην Βασίλισσα. 

Λένε ότι η Μαρία Αντουανέττα έσκυψε και σήκωσε με χάρη ένα τέτοιο σάπιο κρεμμύδι και το μύρισε σα να της είχαν προσφέρει τριαντάφυλλο την ώρα του χορού . Η ιστορία είναι χαρακτηριστικά φτιαχτή, κάποιου αδαούς που δεν κατανοεί τι είναι ο βαθύς πόνος , μα ούτε μπορεί να φανταστεί την αγεφύρωτη απόσταση που, στα ίδια της τα μάτια, εκείνη, ως απόγονος Καισάρων, είχε από τις αόρατες γι’ αυτήν ‘Ψαρούδες’. Μια απόσταση που τελικά είναι κι ένα απ’ τα αίτια άγριου μίσους και οργής προς την ασπρομάλλα 37χρονη χήρα που είναι γνωστό πως ούτε στα νιάτα και τις δόξες της δε αγάπησε κοσμικές προστριβές και κατινιές του σαλονιού. Πρώτα-πρώτα διότι ήταν μυωπική κι αν κάτι μύρισε ίσως να ήταν για να δει τι ήταν, αλλά πιο πιθανό είναι να είχε αλλού το νου της.  Όμως, κυρίως, πώς θα έπιανε κάτι αφού τα χέρια της σε όλη τη διαδρομή ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη της;  Αυτά μάλιστα τα δεμένα χέρια μαζί με την εξάντληση και τη μυωπία της στη διαδρομή στο πρωινό φως μετά από μήνες στο σκοτεινό κελί είναι, όπως διηγείται ο Στέφαν Τσβάιχ στην εξαιρετική βιογραφία της, η αιτία που σκόνταψε πάνω στο Δήμιο ανεβαίνοντας στην καρμανιόλα.


21 Oct 1793 The Evening Mail

 

Τσβάιχ. Πληροφορία ως κάτι πιο προσωπικό, αν διασκεδάσατε που φέρνω τόσες λεπτομέρειες:

Διάβασα 12 ετών τη βιογραφία της από τον συμπατριώτη της Στέφαν Τσβάιχ (την οποία συστήνω) κι έγινε αιτία στο Παρίσι να πάω στην Κονσιερζερί τη φυλακή της, να χαρώ τις Βερσαλλίες που λάτρεψα και με κατέκτησαν κι αυτές και οι κήποι και το Ροκοκό ως ρυθμός και της απλότητας καλαισθησία του Τριανόν που μου καλλιέργησε μια εκτίμηση βαθιά της Φύσης, κι είχαν αυτές οι πολύ νεανικές ανακαλύψεις μου συνέπεια το μακρύ αισθητικό και πολιτικό ταξίδι απ’ το οποίο δεν έχω επιστρέψει ακόμα.


Να και οδηγίες πώς να πείτε ένα ρημάδι 'ευχαριστώ'. Όλα τα βρίσκει ο άνθρωπος στο Ίντερνετ.



Να και το Google! 
O λόγος που (παρά τις Μαρίες Αντουανέττες μου) εικονογραφώ κάπως τριτοκλασάτα με ελληνική ταινία είναι που ψάχνοντας από που να ήρθε αυτό το 'Έγινε!' σκέφτηκα το 'Ιέφτασιιι'. Δηλαδή:
Παραγγέλνει καφέ ο πελάτης,
'Εφτασεε!!' φωνάζει ο καφετζής (πριν καλά καλά τον ξεκινήσει).  
Λέει το αφεντικό 'πρέπει να ανέβουν κι εκείνα τα καφάσια πάνω.
'Έγινε, αφεντικό' απαντά ο Μπακαλόγατος, κατά το 'πες πως έγινε', δηλαδή 'άσ' το πάνω μου'.
Ένας τύπος απάντησης που δείχνει προθυμία και σεβασμό δηλαδή. 
Οπότε.... οπότε, σκέπτομαι, αυτό το 'έγινε' με ένα μυστηριώδες άλμα ενώ δε σημαίνει κάτι αν συσχετιστώ με το διάλογο, φέρνει ένα φορτίο συναισθηματικό, προθυμίας και σεβασμού προς το.. 'Αφεντικό'- άρα ευεργέτη, άρα 'θα σου 'λεγα τώρα πως σε ευχαριστώ μα δε θέλω να πάρεις αέρα επειδή μου κανες μια εξυπηρέτηση (διότι είμαι και αχάριστος εκτός από αγενής).
Εσείς; Τι λέτε; το τραβάω πολύ; Έχετε άλλη ερμηνεία;



______________________________________________________


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου