Porta photo©by Pierre Couteau for DC

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν..» στα γενέθλια του Σεφέρη

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. 


.................. τὸ κυνήγι

ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-




29 Φεβρουαρίου γεννήθηκε ο Σεφέρης που το έλεγε πόσο παράξενο του φαινόταν να έχει γενέθλια κάθε τέσσερα χρόνια.
Το άλλο που έλεγε ήταν η εμπειρία της προσφυγιάς που δηλητηρίασε και τρέλαινε τη μάνα του που μετά το '22 έτρεχε στα προσφυγικά από την οδό Κυδαθηναίων που έμεναν να βοηθήσει όσο μπορούσε στον πόνο που ερχόταν από τη φωτιά.

Στην Κίχλη μιλάει για το σπίτι στη Σκάλα έξω απ' τη Σμύρνη, το σπίτι των παιδικών καλοκαιριών που ο παππούς έλεγε πως θα άφηνε στο Γιωργή μα ο Γιωργής ξενιτεύτηκε και το έχασε για πάντα.

Σας δίνω βιογραφικά και συστήνω την Κίχλη:
«Γράψε μού τα όλα και την κατάσταση στην Ελλάδα στην υστερικιά Ελλάδα την ψεύτρα που μπόρεσε χωρίς τον παραμικρό ηρωισμό, χωρίς την παραμικρή αυταπάρνηση, χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία να θυσιάση εκατό εκατό χιλιάδες τα παιδιά της». Δεκαεπτά Σεπτεμβρίου 1922. Ενενήντα χρόνια από σήμερα και ενώ η μικρασιατική καταστροφή έχει συντελεσθεί μερικά 24ωρα πριν. Σε ποιον ανήκει λοιπόν αυτή η κραυγή; Ποιος είναι εκείνος που με πόνο ψυχής, και χωρίς καν να έχει ακούσει με τα αυτιά του τον βόγγο της θνήσκουσας Ιωνίας των Ελλήνων κατηγορεί τόσο δραματικά, τόσο αυστηρά τη μάνα- Ελλάδα που μόλις αποδείχθηκε μητριά;
Δεν είναι παρά ένας οργισμένος, βαθύτατα θλιμμένος , συγκλονισμένος νεαρός, που μόλις πληροφορήθηκε ότι έχασε την πατρίδα του. Απώλεια που έμελλε να είναι από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη της ζωής του. Ο Γιώργος Σεφέρης, φοιτητής στο Παρίσι, έχει μόλις παρηγορηθεί για την τύχη της μητέρας και της αδερφής του. Τις νόμιζε στη φλεγόμενη Σμύρνη αλλά εκείνες ήταν, ευτυχώς, στην Αθήνα. Θα παραμείνει, ωστόσο, απαρηγόρητος εφ όρου ζωής για την τραγική απώλεια, των ιερών και ματωμένων χωμάτων. Θα είναι πάντοτε ένας άπατρις- ακόμη και όταν θα συμβιβαστεί με τη μοίρα του και θα υιοθετήσει την Ελλάδα ως πατρίδα, εμφρόνως. Παρόλη τη λύπη που τον κατέχει, ο Σεφέρης, γέννημα της Σμύρνης, δεν την είχε αγαπήσει. Η πόλη ήταν για εκείνον «το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογεύματα πίσω απ’ το τζάμι∙ η φυλακή. Ενας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα ήταν ό,τι αγαπούσα.» Οπου Σκάλα, η Σκάλα Βουρλών (σημερινή Urla iskelesi) με το σπίτι της αρχοντικής γιαγιάς από τους Τενεκίδηδες (σόι τη μητέρας του ποιητή) όπου ο ίδιος, η Ιωάννα και ο Αγγελος, τα μικρότερα αλλά πολύ κοντινά του σε ηλικία αδέρφια, περνούσαν τα καλοκαίρια μέχρι το 1914. Μόλις δηλαδή ο Σεφέρης, γεννημένος με την ανατολή του αιώνα, το 1900, έμπαινε στην εφηβεία του. Τότε αναγκάστηκαν να φύγουν για την Αθήνα∙ το πολιτικό κλίμα δεν τους σήκωνε, ο πατέρας του Στυλιανός Σεφεριάδης είχε πατριωτική δράση. Επιπλέον, ήταν βενιζελικός.

«Όταν κοιτάζω καμιά φορά τα χρόνια εκείνα, δεν υπάρχει, νομίζω, στη Σμύρνη ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, μια γωνιά που να μπορώ να θυμηθώ με στοργή. Η Σκάλα ήταν ολωσδιόλου διαφορετική υπόθεση» συνεχίζει ο Σεφέρης. «μια περιοχή περιχαρακωμένη, κλειστή, όπου έμπαινα σαν μέσα σ’ ένα περιβόλι της Χαλιμάς, όπου όλα ήταν γοητεία. Εκεί οι άνθρωποι, θαλασσινοί και χωριάτες, ήταν δικοί μου άνθρωποι. Οι δρόμοι, τα δέντρα, τ’ ακρογιάλια, ήταν οι δρόμοι τα δέντρα τ’ ακρογιάλια μιας δικής μου χώρας.» (Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπτεμβρίου 41).

Η Σμύρνη «φυλακή», η Σκάλα ο παιδικός παράδεισος όπου κυλούσαν οι χυμοί μιας πλούσιας, λαϊκής γλώσσας. Ο Σολωμός τη διδάχτηκε από τη μητέρα του, ο Σεφέρης από τη μάνα- γη της δικής του πατρίδας. Κι ωστόσο, η Σμύρνη είναι το πυρωμένο καρφί στην καρδιά του. Όταν, περίπου 15 χρόνια μετά, ο Γιώργος Κατσίμπαλης του γράφει κάποια κακά διεθνή οικονομικά νέα, ο Σεφέρης απαντά πως το πιο κακό νέο που τον είχε βρει ήταν η πτώση της Σμύρνης και ότι μετά απ’ αυτό τίποτα πια δεν του έκανε εντύπωση και δεν είχε σημασία. Το γεγονός θα περάσει πολλές φορές υπαινικτικά στην ποίησή του. Στον «Αστυάνακτα» μιλά για τις «ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας/ τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας/ και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα. /ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη για τις ψυχές που γνώρισαν την προσευχή τους.» Στο «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα» ξεκινά λέγοντας: Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε/ νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ/ κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι/ ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-/ οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια./ Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ/ μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα/ ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της-/ δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια/ ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.» Πιο εύγλωττα και πιο ξεκάθαρα μιλά αλλού, λέγοντας: «Όπως, αν τύχει/ και μπεις μια νύχτα/ στην πολιτεία που σ’ ανάθρεψε/ κι έπειτα συθέμελη τη χάλασαν και την ξαναχτίσαν/ και παλεύεις να μετακινήσεις άλλους καιρούς/ για να ξαναβρεθείς…»
Ως διπλωμάτης και ως ταξιδιώτης, ο Γιώργος Σεφέρης ταξίδεψε πολύ σε ολόκληρη τη ζωή του. Λίγες φορές, ωστόσο, επισκέφθηκε τη Μικρά Ασία. Εβλεπε να σβήνουν τα ίχνη της ρωμιοσύνης εκεί, έβλεπε πως η γενέθλια πόλη του ήταν «μια πόλη που έχει χάσει τον ίσκιο της, όπως τα φαντάσματα». Στην πρώτη επιστροφή, το 1950, διαπίστωσε πως όλα είχαν πράγματι χαθεί: «από το σπίτι μας (σ.σ. που δεν το βρήκε, καθώς λογικά θα είχε κατεδαφιστεί μετά τη μεγάλη πυρκαγιά) βρέθηκα ξαφνικά στο Κεντρικό Παρθεναγωγείο, ένα από τα ελάχιστα παλιά χτίρια που σώζουνται. Οσο θυμούμαι, στον καιρό μου, οι δυό γειτονιές βρίσκουνταν σε κάμποση απόσταση. Επρεπε να στρίψεις σοκάκια και σοκάκια, ν’ αντικρίσεις πολλά παράθυρα και πολλά πρόσωπα, για να φτάσεις από τη μια στην άλλη- να διαβείς μέσα από τόση ζωή. Τώρα, μέσα στις άδειες ρυμοτομίες, νομίζεις άρκεσε μια δρασκελιά» γράφει στις «Μέρες Ε΄» (εκδόσεις Ικαρος). Σε αυτές ιδιαίτερα θα πρέπει να ανατρέξει όποιος επιθυμεί να πληροφορηθεί περισσότερα για τη μικρασία του ποιητή. Του ποιητή, που, το τονίζω αυτό, υπήρξε ΚΑΙ μετανάστης ΚΑΙ πρόσφυγας στη ζωή του. Για εκείνους που συνηθίζουν τον τελευταίο καιρό να τα βάζουν με όσα μας κάνουν ανθρώπους ονομάζοντας «σκουπίδια» μετανάστες και πρόσφυγες μιλώ. Αν αυτοί είναι σκουπίδια, τότε είναι και ο Νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης. Συνεννοηθήκαμε, ελπίζω. Τελευταία ματιά από την επίσκεψη εκείνη του ’50, μια ακόμη εγγραφή στις «Μέρες»: «Η Ιωνία, ένα τέλειο διάδημα μεγάλης αρχόντισσας πεταγμένο σ’ ένα συρτάρι γεμάτο παλιές εφημερίδες με υβρεολόγια που κανείς πια δεν καταλαβαίνει. Το επιμύθιο όλης αυτής της ιστορίας μπορεί να είναι , για τον κόσμο, η κουβέντα που μου είπε, τον περασμένο Ιούλιο, ο συνοδός μου ο διπλωμάτης: ‘Οι Ελληνες λένε πως οι Τούρκοι έκαψαν τη Σμύρνη∙ οι Τούρκοι λένε πως εσείς την κάψατε∙ ποιος μπορεί να ξέρει την αλήθεια.’ Το κακό έγινε∙ σημασία έχει ποιος εξαγοράζει το κακό».
από την  Κίχλη
Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.
Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ
μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα
ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της-
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια
ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.
Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ
ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,
κεντοῦν παράθροφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες
γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα-
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.
Δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια,
θυμᾶμαι τὴ χαρά τους καὶ τὴ λύπη τους
καμιὰ φορά, σὰ σταματήσω-
ἀκόμη
καμιὰ φορά, κοντὰ στὴ θάλασσα, σὲ κάμαρες γυμνὲς
μ᾿ ἕνα κρεβάτι σιδερένιο χωρὶς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τὴ βραδινὴν ἀράχνη συλλογιέμαι
πὼς κάποιος ἑτοιμάζεται νὰ ῾ρθεῖ, πὼς τὸν στολίζουν
μ᾿ ἄσπρα καὶ μαῦρα ροῦχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
καὶ γύρω του μιλοῦν σιγὰ σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιὰ καὶ σκοτεινὲς δαντέλες,
πὼς ἑτοιμάζεται νὰ ᾿ ρθει νὰ μ᾿ ἀποχαιρετήσει-
ἤ, μιὰ γυναίκα ἐλικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας ἀπὸ λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακοῦσες Ἀλεξάντρεια,
ἀπὸ κλειστὲς πολιτεῖες σὰν τὰ ζεστὰ παράθυροφυλλα,
μὲ ἀρώματα χρυσῶν καρπῶν καὶ βότανα,
πὼς ἀνεβαίνει τὰ σκαλιὰ χωρὶς νὰ βλέπει
ἐκείνους ποὺ κοιμήθηκαν κάτω ἀπ᾿ τὴ σκάλα.
Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου