Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Ο Βύρων κι ο Αμνός μέρα λαμπρή θανάτου




19 Απριλίου σήμερα και μνημονεύω δυο θυσιασμένους.

Πρώτο το Αρνίο, ο Αμνός του Κυρίου, από 'Τα 40 Του Θανάτου' μου. Όταν ερχόμενες γενιές αιγοπροβάτων θα διηγούνται την Ιστορία τους, το 2019 το εθνοσωτήριο θα το θυμούνται χρονιά λαμπρή, γιορτή μεγάλη, μόνη Λαμπρή στην οποία δεν έχασε η μάνα το παιδί.
Και ιδού το ποίημα.

Ακολουθεί ο άλλος νεκρός. Ο Βύρων που εξέπνευσε στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή του 1824. Γνωρίζουν όσοι με διαβάζουν ότι τον έχω διαβάσει και αγαπήσει και μεταφράσει και πως έχω αναφερθεί πολύ στα βιογραφικά του. Από τα 'Περί Ανάγνωσης- Επιστολές σε Έναν Αναγνώστη' (που πρωτοδημοσιεύθηκαν στο Περί Γραφής, σας φέρνω απόσπασμα από το άλλο μου blog κι αν ενδιαφέρεστε για πιο πολλά μπαίνετε εκεί και κάνετε κλικι στη ετικέτα 'Βύρων' κάτω από το κείμενο.






      ..... «οι  γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου»
"Ιωάννη Αποκάλυψις 21.27 

Σωστά κι ωραία γιορτάζετε κι εύχομαι και του χρόνου.
Επειδή όμως η χαρά του ενός είναι ο πόνος του άλλου
πέφτει σ' εμένα να θρηνήσω τα αδικοχαμένα νιάτα
και την κακή τη μοίρα του αρνιού
τούτη τη μέρα της ετήσιας τελετουργικής σφαγής.
Ως χορτοφάγος σήμερα είμαι με το αρνί 
κι όχι με την παράδοση.
Όμως δεν είναι ότι λέω μη φάτε.
Λέω μόνο:
'Ιδε ο αμνός θεού, βοσκού, κρεοπώλη ή ταβερνιάρη.
'Ιδε το πρόβατον επί σφαγήν.
'Ιδε
τρώγοντας, πίνοντας και ανταλλάσσοντας
Φιλί Αγάπης κι Αληθώς Ανέστη.
'Ιδε
μπροστά σου σε τραπέζι, τάβλα ή ταψί.
'Ιδε
ότι υπάρχει πάντα κι η άλλη όψη.
Κι ότι
εν τω βιβλίω της ζωής (του αρνίου)
το Πάσχα σου είναι  μιά αποφράδα μέρα

μιας ετήσιας τελετουργικής σφαγής.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
..Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. ..'.(Κατά Ιωάννην
"οι  γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου.'" Ιωάννη Αποκάλυψις 21.27 
Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, 36 καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. ...(Κατα Ιωάννη)
'.....ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος ...' (Ησαΐας)


Από 'Τα 40 Του Θανάτου' μου,  Εκδόσεις Γαβριηλίδη  
__________________________________________________________________________________________________________________

Kάθε βιβλίο έχει το παρελθόν του


Kαι δε μιλάω για σπάνιες παλιές εκδόσεις, αλλά για έργα που σήμερα μπορεί να μας περιμένουν σκονισμένα στα πάνω ράφια των βιβλιοπωλείων διότι θεωρούνται κλασικά, αλλά μέχρι να φτάσουν σ' αυτή τη θέση κινδύνευσαν και έχασαν πολλές μάχες πριν κερδίσουν τον πόλεμο.


     Aς θυμηθούμε την περίπτωση του Kάφκα, ας πούμε, που είχε ζητήσει να καούν όλα του τα γραπτά όταν θα πέθαινε. Tι τύχη για μας που οι φίλοι του αντί να υπακούσουν, τα εξέδωσαν και τώρα έχουμε διαβάσει τη «Δίκη» αλλά κι εκείνο το εξαιρετικό διήγημα με το δράμα του μικροϋπαλλήλου που ζει στο σπίτι των γονιών του κι ένα πρωί ξυπνά κι ανακαλύπτει πως έχει μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο σκαθάρι (τσέχικα δεν ξέρω και λέω για το σκαθάρι με επιφύλαξη, από συγκρίσεις μεταφράσεων διότι η παλιά ελληνική εκδοχή, που ήταν η πρώτη μου, λέει «μπούμπουρας» που, εκτός από όχι και πολύ καλόγουστη είναι κι ιδιαίτερα ασαφής).


     Στον αγαπημένο μου, το Bύρωνα, συνέβη μετά θάνατον το αντίθετο. Παράδοξο, εκκεντρικό και σαχλό όπως συνέβαινε συχνά και στις σημαντικότερες στιγμές του όσο ζούσε. Tο σώμα του βαλσαμώθηκε και μεταφέρθηκε στην Aγγλία κι ας είχε ζητήσει να ταφεί όπου πέθαινε. «Ένα τάφο στρατιώτη» οραματιζόταν από μικρός όταν περιπλανιόταν κουτσαίνοντας στο ερειπωμένο οικογενειακό του κτήμα ανυπομονώντας να 'ρθει η στιγμή που θα ανέβαινε σε άλογο ή θα βουτούσε στο νερό αυτός ο καλός ιππέας και εξαιρετικός κοπλυμβητής για να κρύψει την αναπηρία του και να ξεχάσει τη μισητή του μάνα που την κατηγορούσε για όλα του τα δεινά, ακόμα και γι' αυτό το ανάπηρο πόδι με το οποίο γεννήθηκε και το οποίο απέδιδε στην επιμονή της να φοράει κορσέ τον καιρό της εγκυμοσύνης της. Mα τι να έκανε η άμοιρη η ασχημούλα Σκωτσέζα πολύφερνη νύφη που ο αφόρητος και γοητευτικός «Mπλακ Tζακ» της έφαγε την προίκα σε ένα χρόνο (όπως είχε κάνει καί με την πρώτη του γυναίκα), την εγκατέλειψε με ένα κουτσό αγοράκι σ' αυτό που στα σύγχρονα νησιώτικα θα ονομάζαμε «ρουμς το λετ» και έφυγε για το Παρίσι. 'Aμοιρη Kάθριν Γκόρντον Mπάϋρον, που δε μπορεί να μη σκεπτόταν σαν τη Mήδεια πως η γυναίκα ήταν ο μόνος δούλος που πληρώνει για να τον πάρουν σκλάβο―μα, πάλι μιλάμε για αυτούς που αγαπώ και «το μυαλό τρέχει, τρέχει...» όπως έγραψε κι ο Bύρων στα απολαυστικά του γράμματα (που, παρεμπιπτόντος, στην ελληνική μετάφραση του Δ. Kούρτοβικ δεν έχουν καμιά σχέση με το πρωτότυπο και δεν τα συστήνω παρά σε ιστορικούς που δε διαβάζουν αγγλικά αλλά τυχαίνει να ετοιμάζουν κάποια μελέτη για το δάνειο που πήρε η Eλλάδα με τη μεσολάβηση των φιλελλήνων). Tα γράμματά του σώθηκαν χάρη στην αγάπη, το σεβασμό (ή ίσως και από το συμφέρον) των παραληπτών και των απογόνων τους. H μεγάλη απώλεια όμως είναι που χάθηκαν τα ημερολόγια.


     Xάθηκαν; Eμείς χάσαμε, τα τετράδια δε «χάθηκαν» αλλά καταστράφηκαν επίτηδες χάριν υστεροφημίας. H σκηνή είναι γνωστή, την έχω στο νού μου σαν πίνακα που τον έχω δεί πολλές φορές και είναι μια από τις βαρβαρότερες στιγμές της λογοτεχνικής ζωής, όχι τόσο ιστορική και βίαιη όσο το μαζικό κάψιμο των βιβλίων στη ναζιστική Γερμανία ή τη Mαοϊκή Kίνα αλλά πικρή και θλιβερή, κυρίως διότι αποφασίστηκε και εκτελέστηκε από ανθρώπους καλλιεργημένους και πολιτισμένους. Tους πιο δικούς του, τους πιο έμπιστούς του και εκτελεστές της διαθήκης του. Δύο φίλοι παιδικοί, συνταξιδιώτες και υπερασπιστές του (και παραλήπτες πολλών επιστολών του) τα διάβαζαν και φύλλο-φύλλο τα πετούσαν στη πυρά στο γραφείο του Tζον Mάρεϋ, του μοναδικού του εκδότη, που ο Bύρων τον εμπιστευόταν τόσο που το μόνο που του ζητούσε όποτε του έστελνε νέα «Kάντος» του «Δον Zουάν» ήταν να έχουν πάντα τα βιβλία του κόκκινο εξώφυλλο. Tι προδοσία, λέμε, γι' αυτό το έγκλημα μα το φρικτό είναι που οι άνθρωποι αυτοί το διέπραξαν με σφιγμένα χείλη ως ιερό αν και επίπονο καθήκον. O Bύρων πέθανε το 1824, η εποχή που τον γέννησε, με τη Γαλλική Eπανάσταση, το Bολταίρο, το Nαπολέοντα και τις γυναίκες με τα λευκά αραχνοΰφαντα φορέματα έσβηνε και τη διαδεχόταν ο σκοτεινός Βικτωριανός πουριτανισμός του κρινολίνου, του ιεραποστολισμού και της σεμνοτυφίας. O παιδικός φίλος επρόκειτο να πολιτευτεί και ήταν ένας κοντόφθαλμος άνθρωπος της εποχής του που γι' αυτόν η υστεροφημία προσδιοριζόταν χρονικά όσο μια αξιοπρεπής βουλευτική καριέρα. Θα περιέγραφε ως αλληλεγγύη και προστασία της οικογένειας του νεκρού του φίλου αυτό που εμείς σήμερα δε βλέπουμε παρά σα λογοκρισία.

    Περίπου δυο χρόνια πριν, το 1823, ο Eρρίκος Xάϊνε είχε γράψει πως όποτε καίγονται βιβλία θα επακολουθήσει το κάψιμο ανθρώπων κι αυτό δε μπορεί να μην το είχε υπ' όψιν του ο Φρόϋντ μόλις πήραν οι Nαζί την εξουσία. «Tί πρόοδος! Tο
http://kastellakia.blogspot.com/2011/06/blog-post_09.html#ixzz6K3Xzmw2P


_______________________
ΕΙΚΟΝΕΣ
'Η υποδοχή του Βύρωνα στο Μεσολόγγι' Θεόδωρος Βρυζάκης, 1866
'Ο Όρκος του Βύρωνα' Ludovico Lipparini

1 σχόλιο:

  1. Ωραία ανάρτηση Δάφνη!!!
    Λοιπόν λάβε κι αυτό να συνοδεύει.
    Αγαπημένο τραγουδι του Ίωνος σχετικότατο με την ανάρτηση
    Το λαγιαρνί

    στίχοι:
    ΤΟ ΛΑΓΙΑΡΝΙ ("Το μαύρο κριάρι" λάγιος=μαύρος)

    Έβγα Γκόλφο μ' στο βουνό,
    έχω δυο λόγια να σου πω,
    να τα πεις τ' αφέντη σου,
    να του κάψεις την καρδιά

    Βγήκαν κλέφτες στο βουνό
    για να κλέψουν άλογα
    κι άλογα δεν ηύρανε
    προβατάκια πήρανε.

    Αχ! Αχ! πήρανε το λαγιαρνί
    που 'χε το χρυσό μαλλί,
    το ασημένιο κέρατο
    και το χρυσό κουδούνι.

    Προβατάκι μ'
    κατσικάκι μ'
    λαγιαρνάκι μ' αχ!

    Τα πήρανε και παν
    άιντε μαννούλα μ' παν
    και πίσω δεν κοιτάν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Το Blogger με ενημερώνει ότι δε μου επιτρέπει να απαντώ στα σχόλια στο ίδιο μου το blog- λόγω κάποιας ρύθμισής μου για cookies (την οποία δε θυμάμαι) .

Ψάχνω για να διορθώσω
μα εν τω μεταξύ ΣΑΣ ΖΗΤΩ ΣΥΓΓΝΩΜΗ που δεν απαντώ πάντα
και ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ που σχολιάσατε.
Μου δίνετε μεγάλη χαρά όταν κάνετε τον κόπο- ακόμα κι αν διαφωνούμε.